Παναγιώτης Ήφαιστος - Panayiotis Ifestos

Καθηγητής, Διεθνείς Σχέσεις-Στρατηγικές Σπουδές - Professor, International Relations - Strategic Studies

Πανεπιστήμιο Πειραιώς, Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών - University of Piraeus

www.ifestos.edu.gr  -- www.ifestosedu.gr  --  info@ifestosedu.gr  -- info@ifestos.edu.gr

 

Για μετάβαση στην κεντρική σελίδα, άνοιγμα σε άλλο παράθυρο, κλικ εδώ www.ifestos.edu.gr  ή www.ifestosedu.gr

 

Η ΔΙΑΜΑΧΗ ΓΙΑ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Για δοκίμια και άλλες αναλύσεις βλ. επίσης http://www.ifestos.edu.gr/59.htm

Περιεχόμενα παρούσης σελίδας

ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΣΗΜΑΝΤΙΚΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ

-Εισαγωγικά και προλεγόμενα

-Συναφείς θέσεις του Παναγιώτη Κονδύλη

-Η έκθεση-καταπέλτης της Ακαδημίας Αθηνών στό Παρόν, στις 18.3.2007)

-Η έκθεση της Ακαδημίας Αθηνών όπως δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα της

-H έκθεση της Ακαδημίας, περίληψη σε αφιέρωμα της Καθημερινής 4.5.2007

-Χρήστος Γιανναράς, Ένα βιβλίο αντί για δεύτερη τετραετία 18.3.2007, Καθημερινή

-Μίκης Θεοδωράκης, Ο ψεύτικος μανδύας της δήθεν προοδευτικότητας

-29.3.2007. Μίκης Θεοδωράκης:Ο ψεύτικος μανδύας της προοδευτικότητας

-15.4.2007. Χρήστος Γιανναράς, Ποιος ορίζει το μέλλον της χώρας; Καθημερινή

-7-8.4.2007. Σχόλιο Π. Ήφαιστου για επιφυλλίδα του Χαριδήμου Τσούκα

-Σορομίσθιοι …. ΣΤΑΘΗΣ Σ. 19.IV.2007, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 19/04/2007

-25.4.2007. Φιλοκατοχικές αντιλήψεις Στάθης Αβρααμίδης

-"...την ιστορία που γράφτηκε με αίμα δε θα την παραχαράξουμε με μελάνι", Ουράνιος Ιωαννίδης.

-28.4.2007. Νίκου Σταύρου, Όταν το Χάρβαρντ βρίσκει τους νέους «εχθρούς» των ΗΠΑ -και-- (σχόλια Π. Ήφαιστου)

1.3.2008. Κ. Γεωργουσόπουλος, Χαγάνοι ορνεοκέφαλοι βυσσοδομούν http://www.tanea.gr/printarticle.aspx?d=20080301&nid=7667733 (σύνδεσμος)

ΚΕΙΜΕΝΑ Π. ΗΦΑΙΣΤΟΥ

30.4.2007. "Ευχαριστήρια" επιστολή σε πρόσκληση σε συζήτηση υπέρ της "κριτικής" ιστοριογραφίας

-Δοκίμιο: Μεθοδολογικά προβλήματα, αντιφάσεις, άλματα συλλογισμών και λογικά-επιστημονικά σφάλματα στην άχαρη ημιμαθή πορεία των βαλκάνιων "κριτικών" ιστοριογράφων.

-Δοκίμιο: Σόροι, σοράκια και κοράκια. Ορισμός και γενική τοποθέτηση

-Τα βαθύτερα αίτια των αξιώσεων για «κριτική αναθεώρηση» της ιστορίας (εισήγηση σε συνέδριο στην Λευκωσία)

---------------------------------------------------

Εισαγωγικά και προλεγόμενα

Το ζήτημα της συγγραφής βιβλίων ιστορίας από διεθνικές ομάδες με διασυνδέσεις με ιδρύματα που έχουν καταβολές σε ηγεμονικά κράτη ή διεθνικές δράσεις όπως του κερδοσκόπου Σόρος δεν είναι νέα. Σε άλλες σελίδες, μπορεί να διαπιστωθεί ότι θίξαμε το ζήτημα αυτό εδώ και πολλά χρόνια. Ως "δεύτερη φάση", λοιπόν, ορίζουμε την περίοδο μετά από την οποία ο κύκλος της λογοκρισίας και της "καταδίκης σε σιωπή" διαρρήχθηκε. Διαρρήχθηκε όχι λόγω κάποιας οργανωμένης αντίστασης αλλά λόγω λαθών των δραστών. Οι δράστες της ιδεολογικοπολιτικής (και ηγεμονικής έμπνευσης) ιστοριογραφικής και διεθνολογικής τσαρλατανιάς, με το γνωστό "ίδρυμα" να ελέγχει την διαμόρφωση γνώμης (εφήμερης και επίπλαστης κατά την γνώμη μου) και με τα στρατιωτάκια του "ιδρύματος" να έχουν διεισδύσει σε όλα σχεδόν τα κόμματα, τους κρατικούς θεσμούς και τα πανεπιστήμια, πίστεψαν ότι ελέγχουν πλέον τα πάντα. Πίστεψαν ότι μπορούν να πουν και τα πιο απίθανα πράγματα. Να προπαγανδίζουν ασύστολα και να πισωγυρίζουν και να λένε τα αντίθετα, έτσι απλά για λόγους εντυπώσεων. Για το σχέδιο Αναν που επί χρόνια προπαγάνδιζαν, για παράδειγμα, να λένε τώρα αδιάντροπα ότι ήταν τερατούργημα. Χωρίς φόβο ότι θα ελεγχθούν μπορούν, νομίζουν, να λένε ότι θέλουν, να αυτοεπιβεβαιώνονται αυτοαναφορικά και να συντονίζονται για να εκτοξεύουν προπαγανδιστικά συνθήματα ("θέλουν μύθους" όσοι θέλουν ιστορική ακρίβεια ...). Έτσι, εκτός από κάποιους ασκητικούς ακαδημαϊκούς που εδώ και πολύ καιρό έγραφαν για το πρόβλημα, ξύπνησαν οι δυνάμεις αντίστασης που υποβόσκουν στην ζωή κάθε ζωντανής κοινωνίας. Το ζήτημα αυτό είναι μεγάλο, έχει μέλλον και γι' αυτό του αφιερώνουμε τις παρούσες σελίδες. Συγγράφω επίσης μονογραφία για την διολίσθηση των κοινωνικών επιστημών στο τέλμα. Επειδή τελικά θα συνδυάσω την ανάλυση με το σχέδιο Αναν δεν γνωρίζω αν θα την δημοσιεύσω σύντομα όπως αρχικά σχεδίαζα ή μετά το καλοκαίρι ούτως ώστε να μου δοθεί καιρός να την δουλέψω και να την συνδυάσω με νέα επερχόμενα κείμενα. Δεν τελειώσαμε. Μόλις αρχίζουμε .... Π.Ήφ. 7.4.2007.Σημείωση

Σημείωση Οκτώβριος 2007: Τελικά το βιβλίο που κατά κοινή ομολογία έδινε μια στρεβλή, αποδομητική και γι' αυτό αναληθή αποτίμηση διυποκειμενικά γνωστών γεγονότων της ιστορίας, αποσύρθηκε. Αυτό τιμά την πολιτική ηγεσία που πήρε την απόφαση, γιατί η αποδόμηση της ιστορικής μνήμης με σκοπό τον ρητά ομολογούμενο σκοπό αποδόμησης των συνειδήσεων των πολιτών δεν αποτελεί επιστήμη αλλά εξωπολιτική ιδεολογική και πολιτική δραστηριότητα.

30.7.2007. Η διαμάχη για τα "βιβλία της ιστορίας" φούντωσε το τελευταίο εξάμηνο, οι εθνικές εκλογές στις 16 Σεπτεμβρίου είχαν το γνωστό αποτέλεσμα που κατέδειξε την πολιτική σοφία των μελών της ελληνικής κοινωνίας και το βιβλίο αποσύρθηκε από τον νέο Υπουργό Παιδείας. Τίθεται ένας ερώτημα: Γιατί ένας ακαδημαϊκός όπως ο υποφαινόμενος ανάλωσε τόσο πολύ χρόνο και φαιά ουσία παρεμβαίνοντας ποικιλοτρόπως στο ζήτημα αυτό; Απάντηση: α) Γιατί αγγίζει ευθέως την συλλογική ελευθερία των Ελλήνων από το χείριστο επιστημονικά μεταμφιεσμένο ιδεολογικοπολιτικό ανοσιούργημα όλων των επόχών, δηλαδή τους αποδομηστές ιστοριογράφους, β) γιατί αφορά ζωτικά την ειρήνη και σταθερότητα στα Βαλκάνια και στην Ανατολική Μεσόγειο, γ) γιατί φωτίστηκε το γεγονός ότι ιδεολογικοπολιτικά εκτρώματα του κοινωνικοπολιτικά ανεξέλεγκτου διεθνοπολιτικού χώρου σχετίζονται με το ευρύτερο αποδομητικό σύστημα και δ) γιατί στην Ελλάδα στον ευρύ χώρο των διεθνιστών και κοσμοπολιτών - πολλοί από τους οποίους αισθάνονται άβολα που ζουν σε αυτή την χώρα και που ονομάζονται έλληνες - για πρώτη φορά τόσοι πολλοί από αυτούς εκτέθηκαν τόσο βαθιά, αποκαλύφθηκαν και εκτέθηκαν σε τέτοιο βαθμό και αυτο-ομαδοποιήθηκαν προσφερόμενοι για στοχαστικό και επιστημονικό έλεγχο. Ο υπογράφων ολοκλήρωσε μονογραφία για τους αποδομηστές και τις ιστοριογραφικές τσαρλατανιές. Δεν την δημοσίευσε τον Σεπτέμβριο όπως προγραμμάτιζα, γιατί θέλω να την εντάξω σε ένα διαφορετικό και λιγότερο βιαστικό σύστημα δημοσιεύσεων.  

 Για αρθρογραφία, δοκίμια, σχόλια και άλλε πληροφορίες στην αρχική φάση της διαμάχης για τα ιστορικά βιβλία, βλ, την διεύθυνση

http://www.ifestos.edu.gr/59.htm καθώς και την εξαιρετικά ενημερωμένη ιστοσελίδα του www.antibaro.gr στην διεύθυνση http://www.antibaro.gr/istoria.php.

----------------------------------------------------------------

Συναφείς θέσεις του Παναγιώτη Κονδύλη

"Ο συνδυασμός των πάντων με τα πάντα, ο οποίος όπως θα δούμε σ’ αυτό το βιβλίο αποτελεί ουσιώδες γνώρισμα του μαζικοδημοκρατικού τρόπου σκέψης, καθώς και οι ηδονιστικές αξίες του αυθορμητισμού και της αυτοπραγμάτωσης όπως τις διακήρυξε η πολιτισμική επανάσταση στην Ελλάδα, συμφύρθηκαν με τις παμπάλαιες και πασίγνωστες εγχώριες έξεις της πνευματικής νωθρότητας, του εξυπνακιδισμού και της ημιμάθειας. Η σύμφυρση αυτή επομένως ήταν η φυσική βολική είσοδος του μεταμοντερνισμού σ’ ένα τόπο όπου το αστικό εργασιακό ήθος ήταν ουσιαστικά άγνωστο όχι μόνο στον τομέα της υλικής παραγωγής αλλά και στον τομέα του πνεύματος, όπου δεν διαμορφώθηκαν επιστημονικές παραδόσεις με συνοχή και με μακρόβιους φορείς όπου οι μίμοι και οι γελωτοποιοί εκπροσωπούνται με ποσοστά ιδιαιτέρως υψηλά  στους κύκλους των διανοουμένων στα πανεπιστήμια και στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Όπως και να ’χει, η τέτοια είσοδος του μεταμοντερνισμού στις ελληνικές συνθήκες αποτελεί την ολοκλήρωση και εν μέρει την κορύφωση της κρίσης όλων των θεμελιωδών δεδομένων της ελληνικής εθνικής ζωής. Η εκποίηση του έθνους με την υλική έννοια θα συνοδευτεί και από την πλήρη πνευματική του στειρότητα, αν η μεταμοντέρνα σύμφυρση των πάντων με τα πάντα πραγματωθεί αποκλειστικά ως σύμφυρση μεταξύ κακοχωνεμένων δάνειων στοιχείων και αν η φθορά των ελληνικών, ή εν πάση περιπτώσει εξελληνισμένων, ιδεολογημάτων καταλήξει συν τοις άλλοις σε συρρίκνωση ή εργαλειοποίηση της γλώσσας τέτοια, ώστε να μην μπορεί πια να παραχθεί στον νεοελληνικό χώρο το μόνο προϊόν που –ακριβώς χάρη στην μοναδική δυναμική μιας πολυστρώματης και παμπάλαιας γλώσσας– έχει παραχθεί ως τώρα σε υψηλή ποιότητα: ποίηση. Οποιαδήποτε προσωπική στάση κι αν επιλέξει ο καθένας, γεγονός είναι ότι η νεοελληνική ιστορία, έτσι όπως τη γνωρίσαμε στα τελευταία διακόσια χρόνια, κλείνει τον κύκλο της. Ασφαλώς, τα τραγικά και κωμικά της επεισόδια δεν τέλειωσαν ακόμη, όμως χάνεται η ενότητα της προβληματικής της και ο ειδοποιός της χαρακτήρας. Η Ελλάδα εντάσσεται σε πολύ χαμηλή θέση στο σύστημα του διεθνούς καταμερισμού της υλικής και πνευματικής εργασίας. Ο δικός της μεταμοντερνισμός συνίσταται στο ότι αποτελεί μια στενή και παράμερη λωρίδα στο ευρύ φάσμα του μεταμοντερνισμού των άλλων". Παναγιώτης Κονδύλης, Η Παρακμή του Αστικού Πολιτισμού (Θεμέλιο, Αθήνα 1991), σ. 46-7.

(για όσους από τον τα αριστερά παραληρήματα πέρασαν ευθέως στον νεοφιλελευθερισμό καταλήγοντας έτσι, αντί να καταγγέλλουν τον ιμπεριαλισμό να κεραυνοβολούν «κάθε εθνικισμό» και ενστερνιζόμενοι τον οικουμενισμό μέσω της ενιαίας παγκόσμιας αγοράς και των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων») «Δεν αναρωτιούνται ούτε ποιος θα τα ερμηνεύσει δεσμευτικά κάθε φορά τι σημαίνουν αυτά τα «δικαιώματα» στον συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, ούτε αν και πόσο δικαιολογείται ο «εθνικισμός» όποτε ένας μικρός θέλει να αντισταθεί στις αδηφάγες διαθέσεις ενός μεγάλου. Με τον τρόπο αυτό, ενώ ηθικολογούν αδιάκοπα, στην πραγματικότητα συμπαρατάσσονται με το δίκαιο του ισχυρότερου. Αλλά αν ο ηττημένος αποδεχόμενος όψιμα την ιδεολογία του νικητή γίνεται συχνά ο γελοιωδέστερος και γλοιωδέστερος φορέας της, δεν είναι βέβαια ο πρωταρχικός εμπνευστής και θεμελιωτής της. Η «αριστερά» έχοντας μετατραπεί σε ουραγό ή σφογγοκωλάριο του αμερικανισμού, δεν αντλεί πλέον από ό,τι ζωντανότερο είχε η μαρξιστική παράδοση, δηλαδή την ανελέητη απομυθοποίηση των φιλελεύθερων ιδεολογημάτων, αλλά τρέφεται από μια κοινωνική θεωρία που εν μέρει αντικατοπτρίζει και εν μέρει συγκαλύπτει εξιδανικευτικά τις πραγματικές σχέσεις ισχύος μέσα στην δυτική μαζική δημοκρατία». (έμφαση δική μου), Παναγιώτης Κονδύλης, Από τον 20 στον 21 Αιώνα (Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 2000) σ. 8.

--------------------------------------------------

==================================================================================================================== 

συναφείς ηλεκτρονικές διευθύνσεις:

-κεντρικές ηλεκτρονικές διευθύνσεις: www.ifestos.edu.gr και www.ifestosedu.gr

-Τριάντα  χρόνια ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Ισχύς και δίκαιο στην διεθνή πολιτική: ελληνική εξωτερική πολιτική 1974-2004, http://www.ifestos.edu.gr/18.htm (δοκίμιο για τον τρόπο με τον οποίο η προϊούσα διαφθορά της διεθνολογικής σκέψης οδηγεί την ελληνική εξωτερική πολιτική στο να τίθεται ο πήχης ολοένα και χαμηλότερα εις βάρος πλέον της εθνικής ανεξαρτησίας και της ελευθερίας).

-ΜΚΟ και διεθνικά ζητήματα, http://www.ifestos.edu.gr/30.htm (αναλύσεις με τις οποίες εξετάζονται οι διανεμητικές δραστηριότητες των (εξ ορισμού κοινωνικοπολιτικά ανέντακτων) διεθνικών δρώντων εάν και όταν η δράση τους (επι)στρατεύεται ή άθελα εξυπηρετεί τα συμφέροντα και τις στρατηγικές των ισχυρών δρώντων)

-Στρατηγική "Μαλακής ισχύος" και διεθνικοί δρώντες (Mowat et al), http://www.ifestos.edu.gr/47.htm

- Jonathan Mowat: The new Gladio in action? Ukrainian postmodern coup completes testing of new template, http://www.ifestos.edu.gr/55.htm (σύντομη αλλά έξοχα θεμελιωμένη ανάλυση για την στρατηγική μαλακής ισχύος των ΗΠΑ και τον τρόπο που οι υπηρεσίες του κράτους αυτού χρησιμοποιούν διεθνικούς δρώντες, "ιδρύματα" αμυντικών αναλύσεων, ιστοριογράφους και εν γένει τους κριτικούς κονστρουκτιβιστές για να καλλιεργήσουν περιβάλλον ευνοϊκό για τα άνομα και καταχρηστικά ηγεμονικά τους συμφέροντα)

-ΟΜΙΛΙΑ  Μίκη Θεοδωράκη για την ανθρώπινη φύση και τις διεθνείς σχέσεις, http://www.ifestos.edu.gr/57.htm

-σχέδιο Αναν, http://www.ifestos.edu.gr/32.htm (έκθεση εμπειρογνωμόνων, μια ακλόνητη επιστημονική ανάλυση μπροστά στην οποία οι μεταμφιεσμένοι δράστες ανελεύθερων καθεστώτων οφείλουν να γονατίσουν ή αντικρούσουν)  

-John Mearsheimer, Η τραγωδία της πολιτικής των

μεγάλων δυνάμεων (βιβλιοκριτική

μιας αξιόπιστης ανάλυσης για την πορεία της

διεθνούς πολιτικής, τα αίτια πολέμου και

τον θεμελιώδη χαρακτήρα του

διεθνούς συστήματος)

(κλικ για μετάβαση)

 

-Παναγιώτης Κονδύλης: Από τον 20ο στον 21ο αιώνα (βιβλιοκριτική για τον χαρακτήρα του διεθνούς συστήματος, την θέση των λιγότερο ισχυρών στην πλανητική εποχή, τον ρόλο των συλλογικών ταυτοτήτων, τους μηχανισμούς ελέγχου των ηγεμονικών δυνάμεων και τις διανεμητικές συνέπειες από τις ανακατανομές ισχύος που συνεπάγεται η εξέλιξη της διεθνούς πολιτικής)

Για μεγάλη συλλογική κειμένων για την διαμάχη που αφορά τα βιβλία της ιστορίας βλ. www.antibaro.gr στην διεύθυνση http://www.antibaro.gr/istoria.php

-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------

30.4.2007. Ευχαριστήρια επιστολή σε πρόσκληση σε συζήτηση υπέρ της "κριτικής" ιστοριογραφίας

 

Παναγιώτης Ήφαιστος

Καθηγητής

Προς διοργανωτές της συνάντησης «Από τον Εθνικιστικό πατριωτισµό στον Πατριωτισµό του Πολίτη»

 Κοινοποίηση: Πανεπιστημιακή κοινότητα και άλλους ενδιαφερομένους. Ανάρτησή της επιστολής στην διεύθυνση http://www.ifestos.edu.gr/60.htm.

 Κύριοι συνάδελφοι,

 Θέμα: Η διαμάχη για τα βιβλία της ιστορίας και η «κριτική ιστοριογραφία»: Έκκληση για ψυχραιμία, νηφαλιότητα και αποχή από χρήση υβριστικών χαρακτηρισμών. Πρόταση για επιστημονική συνάντηση χωρίς ντουντούκες, κραυγές και χαρακτηρισμούς.

 Αν και δυσκολεύομαι να παρευρεθώ ευχαριστώ για την πρόσκληση (για τους τρίτους την προσαρτώ πιο κάτω) να συμμετάσχω σε δημόσια συζήτηση με θέμα «Από τον Εθνικιστικό πατριωτισµό στον Πατριωτισµό του Πολίτη» που αφορά την διαμάχη για την «κριτική» ιστοριογραφία. Ειλικρινά, με αφήνουν άφωνο οι επιστημονικά αδιάφορες κορώνες του τίτλου που επιλέξατε και που μάλλον προδικάζουν μια μεροληπτική προσέγγιση ενός κρίσιμου ζητήματος που απασχολεί έντονα το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας και της σιωπηρής πλειονότητας των ελλήνων κοινωνικών επιστημόνων.

Είναι «εθνικισμός» αν κάποιοι θέλουν ακριβή και όχι ιδεοληπτική ιστοριογραφία; Είναι εθνικισμός αν κάποιοι θεωρούν ιστοριογραφική τσαρλατανιά την εξίσωση θυτών και θυμάτων της εποχής των φασιστικών-δυναστικών αυτοκρατοριών; Είναι εθνικισμός αν κάποιοι θέλουν αυστηρά περιγραφική ανάλυση των φασιστικών-δυναστικών πρακτικών της αυτοκρατορικής εποχής; Είναι ή δεν είναι επίπλαστη κατασκευή η αντιπαραβολή του «πατριωτισμού του πολίτη» και ενός δήθεν «εθνικιστικού» πατριωτισμού; Πότε θα γίνει κατανοητό ότι στον διεθνή χώρο δεν υπάρχουν άχρωμες, άοσμες και απονευρωμένες κατασκευές αλλά ζωντανά και οντολογικά θεμελιωμένα εθνικά-κρατικά κοινωνικοπολιτικά συστήματα που θεμελιώθηκαν στις αξιώσεις ελευθερίας-ανεξαρτησίας και που υπάρχουν για ένα μόνο σκοπό: Να είναι συλλογικά ελεύθερα-ανεξάρτητα και οι κοινωνίες τους να απολαμβάνουν την ετερότητά τους υπό καθεστώς εσωτερικής-εξωτερικής κυριαρχίας! Αυτό προβλέπει το διεθνές δίκαιο, αυτό προβλέπουν οι καταστατικοί χάρτες των διεθνών θεσμών και αυτό αξιώνουν όλες οι κοινωνίες πλην κάποιων «κριτικών» διανοουμένων σε κάποιες τρικλίζουσες και παραπαίουσες κοινωνίες. Για όσους τουλάχιστον είναι νοήμονες, ορθολογιστές και καλόπιστοι, στα κράτη-θύματα των ηγεμονικών αξιώσεων δεν υπάρχουν εθνικιστές. Όλες οι κυρίαρχες κοινωνίες είναι φιλειρηνικές και το μόνο που θέλουν είναι η ανεξαρτησία τους και η απόλαυση της ηθικής και κοσμοθεωρητικής ετερότητάς τους. Στις διεθνείς σχέσεις υπάρχουν μόνο διεθνοεθνικιστές (τα ηγεμονικά κράτη) και ιδεολογικοί χαμαιλέοντες (η «μαλακή ισχύς» των πρώτων στις παραπαίουσες κοινωνίες) που υπηρετούν τους πρώτους! Υπάρχουν επίσης και κοινωνικοπολιτικά ανεξέλεγκτοι διεθνικοί δρώντες όπως εγκληματίες, τρομοκράτες και μεγαλομανείς κερδοσκόποι που επενδύουν σε ιδρύματα, έρευνες και χρήσιμες σχέσεις με υπηρεσίες των ηγεμονικών κρατών. Γιατί λοιπόν αυτό το κυνήγι μαγισσών κατά του φρονήματος κοινωνιών που αμύνονται και που βρίσκονται στο στόχαστρο των διεθνοεθνικιστών;

Δράττομαι ακριβώς της ευκαιρίας για να επισημάνω ότι μετά τις εύλογες, εξαιρετικά επιεικείς και κατά το πλείστον πλήρως αιτιολογημένες αντιδράσεις πολλών μελών της ελληνικής επιστημονικής κοινότητας και σχεδόν του συνόλου των δημοκρατικά σκεπτόμενων μελών της ελληνικής κοινωνίας, θα περίμενα διαφορετικές αντιδράσεις και διαφορετικές δημόσιες συζητήσεις. Όμως, φαίνεται ότι το πάθημα όσων στήριξαν το φασιστοειδές-ανελεύθερο σχέδιο Αναν δεν έγινε μάθημα. Οι ίδιες πρακτικές που προωθούσαν αυτό το φασιστοειδές-ανελεύθερο σχέδιο επαναλαμβάνονται τώρα –κυρίως από μονοπωλιακές στήλες επιφυλλίδων– συνοδευόμενες από ακόμη πιο αγενείς χαρακτηρισμούς. Αναφέρω ενδεικτικά ότι πρωταθλητές επιφυλλίδων επιτίθενται απρόκλητα κατά όσων έχουν αντίθετη άποψη χαρακτηρίζοντάς τους, μεταξύ άλλων, ως «ψυχωτικούς» ή φιλοπόλεμους που «τους αρέσει η ιστορία που ρέει αίμα». Όταν έστω και βραδύκαυστα άρχισε να συζητείται το ζήτημα της «κριτικής» ιστοριογραφίας και των διεθνικών συναρτήσεων, πολλοί ελπίσαμε ότι αυτή την φορά κάποιοι θα αντιληφτούν έγκαιρα το λάθος τους και ότι η ευγένεια, η ηπιότητα και η νηφαλιότητα θα επικρατήσουν, τουλάχιστον μεταξύ πανεπιστημιακών. Αναμέναμε ότι, επιτέλους, η δύναμη του μυαλού θα αρχίσει να διοχετεύεται στα επιχειρήματα και όχι στις κραυγές και ότι, πλέον, μετά το πάθημα του σχεδίου Αναν, θα γίνει ευρύτερα παραδεκτό πως οι δράστες χονδροειδών λαθών θα πρέπει να δηλώνουν ένα ταπεινό και τίμιο mea culpa αντί να αυγοπαγιδεύονται σ’ ένα φαύλο κύκλο αυτοαναφορικά αυτοτροφοδοτούμενων σφαλμάτων. Τέτοιες στάσεις –δηλαδή παραδοχές λαθών– είναι συχνές και στις καλές επιστημονικές κοινότητες τιμώνται δεόντως. Σε κάθε περίπτωση, επειδή δεν διεκδικώ το μονοπώλιο της αλήθειας και επειδή διερωτώμαι κατά πόσο κάνω λάθος –κατά πόσο δηλαδή η ημερίδα σας που συμπεριλαμβάνει πολλούς «αναθεωρητές της ιστορίας» γίνεται για να ακουστεί αυτοκριτική– πολύ θα ήθελα η –εξ αντικειμένου ιδεολογικά ομοιογενής– ομάδα σας να απαντήσει σε καίρια ερωτήματα της ελληνικής κοινωνίας και των υπόλοιπων μελών της πανεπιστημιακής κοινότητας:

1.      Τι απαντούν οι «κριτικοί» ιστοριογράφοι για την έκθεση-καταπέλτης της Ακαδημίας Αθηνών;;;; Η εύκολη απάντηση βεβαίως που δεν συνιστώ είναι να κατηγορηθούν οι Ακαδημαϊκοί ως «ψυχωτικοί» ή περίπου «αιμοσταγείς». Δεν το συνιστώ. Εν τέλει, κάποιοι, μετά την πασιφανή επιστημονική συντριβή τους γιατί δεν καταθέτουν τα όπλα και γιατί δεν αφήνουν άλλους πιο προσεκτικούς επιστήμονες να γράψουν την ιστορία για την ελληνική νεολαία! Γιατί κυριολεκτικά «γλύφουν εκεί που χθες έφτυναν»; Εκεί δηλαδή που χθες έβριζαν ως «ψυχωτικούς», «εθνικιστές» και ως περίπου αιμοσταγείς όσους θέλουν βάσιμη ιστοριογραφία (χωρίς χονδροειδή λάθη) σήμερα κυριολεκτικά ως «βρεγμένες γάτες» τρέχουν στα κελεύσματα της περιδεούς –μπροστά στις βάσιμες διαμαρτυρίες και την κοινωνική αντίδραση– πολιτικής εξουσίας και στρώνονται στην δουλειά για να «διορθώσουν» εκατοντάδες λάθη. Είναι αυτή η πρέπουσα ακαδημαϊκή στάση;

2.      Ποια είναι ακριβώς η σχέση της «κριτικής» αναθεώρησης των μαθητικών βιβλίων με τα «μητρικά» αναθεωρητικά κείμενα που γράφτηκαν υπό την στέγη του άκρως αμφιλεγόμενου CDRSEE; Δεοντολογικά πως τίθεται το ζήτημα των ακαδημαϊκά άκρως αμφιλεγόμενων εξωγενών χρηματοδοτών και κυρίως οι συναρτήσεις με τον διεθνικό-διεθνή ρόλο αφενός του σημαντικού χρηματοδότη και κακόφημου κερδοσκόπου Σόρος και αφετέρου ποικίλων «οργανισμών» δυτικών ηγεμονικών δυνάμεων με πασίγνωστο ρόλο και αποστολή. Όσοι είναι καλόπιστοι καλά θα κάνουν να ανατρέξουν σε αναλύσεις για το θέμα αυτό (κλικ για μετάβαση). Σε συνάρτηση με αυτά τα καίριας σημασίας ζητήματα, συζητείστε παρακαλώ συναφείς πάγιους ακαδημαϊκούς κώδικες και δεοντολογίες που σχετίζονται με την ακαδημαϊκή ανεξαρτησία!

3.      Πως αιτιολογείται η ακαδημαϊκά απαράδεκτη τακτική μερικών ιδεολογικά δραστήριων φορέων συλλογής υπογραφών από νεότερα και νεοεισερχόμενα στελέχη; Είναι μια τέτοια πρακτική συμβατή με πάγιους  κώδικες ακαδημαϊκής δεοντολογίας; Είναι δυνατό συνάδελφοί μας να λειτουργούν ως «λίσταρχοι»-συλλέκτες υπογραφών που σκανδαλίζουν και εξ αντικειμένου πειθαναγκάζουν νεότερα στελέχη του χώρου; Επισημαίνω ότι εμφανίζονται σχεδόν οι ίδιοι πάντα φορείς επιστημονικών τίτλων που εκτέθηκαν ανεπανόρθωτα όταν υποστήριξαν το φασιστοειδές-ανελεύθερο σχέδιο Αναν. Τότε ήταν το ανελεύθερο σχέδιο Αναν σήμερα είναι η «κριτική» ιστοριογραφία.

4.      Τι λέει ένα πάνελ εκλεκτών ακαδημαϊκών: Είναι «εθνικισμός» η αντίδραση στην μεταπρατική –όπως εκτιμώ και όπως θα αποδείξω σύντομα σε κείμενα που θα δημοσιεύσω– αναπαραγωγή δέκατης ή και εικοστής κατηγορίας ξενόγλωσσων «κριτικών» θεωρημάτων; Συζητείστε παρακαλώ –και αν μπορούσα να προσέλθω αυτό θα επέμενα να συζητηθεί στην δημόσια εκδήλωσή σας– κατά πόσο ο ρόλος των Κοινωνικών Επιστημών συνίσταται στην καλλιέργεια αξιολογικά ελεύθερων και υψηλών ποιοτικών βαθμίδων πρωτότυπων θεωρήσεων ή, αντίθετα, συνίσταται α) στην καλλιέργεια ιδεολογικοπολιτικών εκλογικεύσεων, β) στην αναπαραγωγή «κριτικών» ιδεολογημάτων που εξυπηρετούν κατεξουσιαστικές αξιώσεις ισχύος των ηγεμονικών δυνάμεων και γ) στην παραγωγή διεθνοαναρχικών θεωρημάτων-ιδεολογημάτων ασύμβατων με τον πολιτικό πολιτισμό των διεθνών σχέσεων! 

5.      Περιδιαβάζοντας τις ιστοσελίδες κυρίως ελλήνων της διασποράς μπορεί κανείς να διαβάσει εκατοντάδες θεμελιωμένα κείμενα που επισημαίνουν χονδροειδή λάθη, ασάφειες, αντιφάσεις και αυθαίρετα άλματα συλλογισμών της «κριτικής» ιστοριογραφίας. Τα γράφουν ιστορικοί, ακαδημαϊκοί όλων των ειδικοτήτων ακόμη και απλοί πολίτες πολλοί από τους οποίους φαίνεται ότι είναι καλύτεροι γνώστες έγκυρων ιστοριογραφικών προσεγγίσεων σε σύγκριση με εν ενεργεία φορείς επιστημονικών τίτλων. Τι λέει λοιπόν το εκλεκτό σας πάνελ για αυτές τις κριτικές. Γιατί φαίνεται ότι και απλοί πολίτες αντιλαμβάνονται ότι η ιστοριογραφία δεν μπορεί να είναι ασύμβατη με την διϋποκειμενική γνώση και με την αξίωση ελευθερίας-ανεξαρτησίας μιας ή περισσοτέρων κοινωνιών. Η ιστοριογραφία δεν αντικρούει δονκιχωτικά αυτή την διϋποκειμενική ιστορική αλήθεια αλλά την υπηρετεί ευλαβικά.

6.      Καλά είναι επίσης να ακούσουμε τι λένε οι οπαδοί των «κριτικών» κειμένων για το γεγονός ότι ηγεμονικά συμπεριφερόμενα κράτη χειροκροτούν την «κριτική» αποδομητική ιστοριογραφία γιατί εξυπηρετεί τα άνομα και καταχρηστικά συμφέροντά τους. Είναι αυτό τυχαίο και αθώο ή αιτιώδες και σημαντικό; Συναφώς, από πολύ καιρό έχω μια απορία: Πως μπορεί να αισθάνεται κάποιος όταν επικαλείται «προοδευτικούς» και «φιλειρηνικούς» σκοπούς για να κραυγάζει κατά της φιλοπατρίας και κατ’ επέκταση κατά κάθε προοδευτικού πολίτη; Πως αισθάνεται όταν διαβάζει ότι με τον ένα ή άλλο τρόπο –το «πώς» είναι επιστημονικά αδιάφορο– εξυπηρετούνται κατεξουσιαστικές ηγεμονικές αξιώσεις ισχύος; Πως εν τέλει μπορεί να μην βλέπει αυτό που όλη η κοινωνία βλέπει και αυτό που πληθώρα στοιχείων καταμαρτυρούν, ότι δηλαδή, εξυπηρετούνται γεράκια της διεθνούς πολιτικής και κερδοσκόποι που «θέλουν να έχουν εξωτερική πολιτική» (και οι οποίοι γι’ αυτό πρόθυμα χρηματοδοτούν την αποδόμηση των θεσμών ελευθερίας των λαών). Δηλαδή την αποδόμηση των ανεξαρτήτων πατρίδων με την υπονόμευση της διϋποκειμενικής ιστορικής γνώσης και των κοσμοθεωριών που στηρίζουν την εθνική ανεξαρτησία. Είναι όλα αυτά συμβατά με την ακαδημαϊκή αποστολή και με πάγιους επιστημονικούς κώδικες και δεοντολογίες;

7.      Τέλος, στο πλαίσιο της έρευνάς μου για την ελληνική εκδοχή της «κριτικής σκέψης» διάβαζα πρόσφατα επιφυλλίδα που γράφτηκε το 2001 από μέλος του εκλεκτού σας πάνελ όταν έγραψε: «…είναι μεγάλη ανάγκη να βρεθούν τρόποι ώστε να απαλλαγεί ο κόσμος από τη βάρβαρη αξία του ηρωισμού, έτσι ώστε η ανθρώπινη κοινωνία να μην παράγει πια ήρωες κανενός είδους. Είναι μεγάλη ανάγκη, γιατί ο κάθε προέλευσης ήρωας εξ ορισμού περιφρονεί την ανθρώπινη ζωή ακόμα και τη δική του…». Έξη χρόνια μετά άλλαξε γνώμη; Μπορεί πλέον να αντιληφτεί ότι στις διεθνείς σχέσεις το πρόβλημα δεν είναι ο «κάθε λογής ηρωισμός» αλλά οι επιθετικές, αναθεωρητικές και βάρβαρες ηγεμονικές στάσεις; Συνεχίζει μήπως να συμπεριλαμβάνει στον «κάθε λογής ηρωισμό» –και να τους εξισώνει– αυτούς που αμύνονται και αυτούς που επιτίθενται; Τι θα συμβούλευε τους έλληνες όταν τους επιτέθηκαν οι ναζί, όταν τους καταδυνάστευσαν οι χουντικοί πράκτορες των αμερικανών ή όταν στην Κύπρο το 1974 τους επιτέθηκαν οι χουντικοί και μετά οι φασιστές τούρκοι στρατοκράτες; Να αμύνονται ηρωικά ή να υπηρετούν τον φασισμό; Εγώ δεν αποδίδω προθέσεις σε κανένα. Λέω απλά ότι πολλοί πρέπει να διαβάζουν ένα καλό κείμενο διεθνών σχέσεων πριν μιλήσουν για τον πόλεμο, την επίθεση, την άμυνα και τον ηρωισμό για την υπεράσπιση της ανεξαρτησίας μιας κοινωνίας. Υποψιάζομαι ότι απλά η εκλεκτή συνάδελφος όπως και πολλοί άλλοι καλόπιστοι και καλοπροαίρετοι ιδέα δεν έχει για τα αίτια πολέμου και ότι γι’ αυτό απλουστευτικά περιγράφει ένα κόσμο όπου δεν υπάρχουν κατεξουσιαστικές ηγεμονικές αξιώσεις, όπου δεν υπάρχουν διενέξεις απόρροια παρελθουσών και σημερινών ηγεμονικών συγκρούσεων, όπου δεν υπάρχουν τραγικές διενέξεις απόρροια του κρατικού γίγνεσθαι, όπου δεν υπάρχει άνιση ανάπτυξη, όπου δεν υπάρχουν αναθεωρητικές αξιώσεις, όπου δεν υπάρχουν επιθετικές συμπεριφορές, όπου δεν υπάρχουν κοινωνίες που αξίζει να υπεραμύνονται της ανεξάρτητης Πολιτείας τους, όπου δεν υπάρχουν αποσταθεροποιητικά διεθνικά φαινόμενα, όπου δεν υπάρχουν διεθνικοί Σόροι που «θέλουν να έχουν την δική τους εξωτερική πολιτική», όπου δεν υπάρχουν μηχανορραφίες των μυστικών υπηρεσιών εις βάρος φιλειρηνικών κοινωνιών, όπου δεν υπάρχουν ηγεμονικές αξιώσεις που ακυρώνουν το διεθνές δίκαιο και τους διεθνείς θεσμούς, κτλ κτλ. Υποθέτω ότι άλλες ασχολίες και ειδικά τα αναρίθμητα πλέον διεθνικά ερευνητικά προγράμματα που ιεραποστολικά στοχεύουν στην ειρήνη δεν αφήνουν χρόνο σε κάποιους να διαβάσουν καλή ιστορία ή κάποιο καλό βιβλίο για τα αίτια πολέμου συγγραφέων όπως οι Θουκυδίδης, Carr, Gilpin, Aron, Morgenthau, Waltz, Gilpin, Mearsheimer et al. Τέτοια κείμενα, αξιόπιστα, έγκυρα και επιστημονικά-αξιολογικά ελεύθερα περιγράφουν τα αίτια πολέμου. Δεν βλέπουν όμως ούτε τηλεόραση; Γιατί ίσως μόνο και μόνο βλέποντας τηλεόραση χωρίς ιδεοληπτικές παρωπίδες μπορεί ο καθείς να αντιληφτεί τα αίτια πολέμου! Προς τι λοιπόν η εξίσωση των βάρβαρων ηγεμονικών αρπακτικών με όσους θέλουν αν χρειαστεί να επιδείξουν πνεύμα αυτοθυσίας υπερασπιζόμενοι την φιλειρηνική κοινωνία τους; Είναι αυτό επιστημονική ανάλυση ή περιττή ιδεολογικοπολιτική εκλογίκευση; Είναι άγνοια ή επιπόλαιη αναπαραγωγή θεωρημάτων που εξισώνουν θύτες και θύματα αποδυναμώνοντας έτσι τα δεύτερα; Γνωρίζει η συγγραφέας των πιο πάνω γραμμών κάποια ιστορική στιγμή που να μην υπήρχαν επιτιθέμενοι και αμυνόμενοι; Αν όχι, είναι αυτό τυχαίο; Ποιοι της φταίνε, οι πρώτοι ή οι δεύτεροι και γιατί παρακαλώ τους εξισώνει; Μήπως κατέχει κάποιο μαγικό ραβδί για να μας το δώσει να αλλάξουμε τον κόσμο σύμφωνα με το μαγικό κόσμο των ψευδαισθήσεων του ενός ή άλλου ιδεολογήματος; Για να μιλήσουμε σοβαρά, λοιπόν, μιας και πρόκειται για τόσο κρίσιμα ζητήματα –και επικίνδυνα πράγματα, που θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλειά μας και προκαλούν εκατόμβες– όπως ο πόλεμος, η ειρήνη, το δικαίωμα στην αυτοάμυνα και η υποχρέωση (νομική και ηθική) υπεράσπισης της πατρίδας, καλά θα κάνουν τα μέλη του εκλεκτού σας πάνελ να συζητήσουν τα αίτια πολέμου!!! Ειλικρινά πολύ θα ήθελα να το κάνετε και να διανείμετε τα πρακτικά. Οι κραυγές στις επιφυλλίδες βλάπτουν τα επιστημονικά επιχειρήματα ωφελούν. Η συζήτηση μεταξύ των ακαδημαϊκών πρέπει να γίνεται αποκλειστικά στην δεύτερη σφαίρα.

 Όσον με αφορά, τέλος, αν και στο παρελθόν έχω γίνει στόχος άπειρων δολοφονικών (του επιστημονικού μου χαρακτήρα) άδικων, αυθαίρετων και απρεπών επιθέσεων, ήδη άρχισα μια όπως πάντα νηφάλια και ψύχραιμη «κριτική των κριτικών». Ακριβώς, παρά το γεγονός ότι στο παρελθόν είχα γράψει για το θέμα αυτό, σας πληροφορώ για την περίπτωση που σας ενδιαφέρει, ότι τους τελευταίους μήνες μελέτησα ή ξαναμελέτησα εκατοντάδες «κριτικά» κείμενα. Η δική μου κριτική θα είναι δεόντως αμείλικτη. Τα πορίσματα είναι ουσιαστικά και συναφή με την επίμαχη συζήτηση που –έστω και βραδύκαυστα– άρχισε στην Ελλάδα για τα βιβλία της ιστορίας. Αν και η έρευνα ολοκληρώθηκε δεν θα την δημοσιεύσω τώρα για να προσαρτηθεί μετά το καλοκαίρι σε περιπτωσιολογική μελέτη των διαμειφθέντων περί το σχέδιο Αναν και άλλων συναφών φαινομένων που οδηγούν ταχύρρυθμα τις Κοινωνικές Επιστήμες στο τέλμα. Προσδοκώ και ευελπιστώ πως ακόμη και διαφωνούντες συνάδελφοι θα ήθελαν να διαβάσουν και να συζητήσουν τα πορίσματά μου. Με έκπληξη πολλοί θα ανακαλύψουν, πάντως, ότι το πρόβλημά δεν είναι τόσο οι αναρίθμητες αποχρώσεις και ποιοτικές βαθμίδες των «κριτικών» στην διεθνή βιβλιογραφία αλλά κυρίως η ημιμάθεια και η περίεργη αθωότητα πολλών ιθαγενών οι οποίοι αν και ξέρουν να κραυγάζουν σε γελοίες επιφυλλίδες μάλλον δεν ξέρουν να διαβάζουν προσεκτικά ξενόγλωσσους μέντορές τους.

 Δεν θα μπορέσω, λοιπόν, να προσέλθω στην συνάντησή σας. Εύχομαι εν τούτοις καλή επιτυχία και ευχαριστώ για την πρόσκληση. Κυρίως εύχομαι να οδηγηθείτε στο αυτονόητο συμπέρασμα ότι η μεταπρατική και ιδεολογικοποιημένη αναπαραγωγή κάποιων προβληματισμών ξένων συναδέλφων δεν τιμά την κοινότητα των ελλήνων κοινωνικών επιστημόνων. Εύχομαι, επιπλέον, η συνάντηση να βοηθήσει να γίνει κατανοητό ότι η δέσμευση τεράστιων σπάνιων πόρων της ελληνικής κοινωνίας στις Κοινωνικές Επιστήμες υποχρεώνει τους φορείς ελληνικών ακαδημαϊκών τίτλων να δημοσιεύουν πρωτότυπα κείμενα, να αντλούν εκλεκτικά και ορθά από ξένες πηγές και κυρίως να αποφεύγουν γραμμικές αναπαραγωγές ιδεοληπτικών-αποδομητικών θεωρημάτων που ανατρέπουν τον πολιτικό πολιτισμό στις ενδοκρατικές και διακρατικές σχέσεις.

 Τέλος, επειδή υποψιάζομαι (ελπίζω άδικα και λανθασμένα) πως αυτό που πραγματικά θέλουν μερικοί είναι να εκτονώνονται ψυχολογικά παρά να συζητούν δημοκρατικά (πως αλλιώς θα τολμούσε να χαρακτηρίσει κανείς τους συναδέλφους του «ψυχωτικούς» ή περίπου «αιμοσταγείς»;), αν αυτό ωφελεί την ψυχική τους κατάσταση ας εκτονωθούν βγάζοντας μερικές ακόμη ασυνάρτητες κραυγές. Αν θέλουν ας φωνάξουν ακόμη και με ντουντούκες. Κατανοώ την ψυχική αναστάτωση που πρέπει να δημιούργησε σε κάποιους δράστες κραυγών και χαρακτηρισμών το γεγονός ότι βρέθηκαν αντιμέτωποι με τον πηγαίο ορθολογισμό ενός υγιούς, δημοκρατικού λαού που αγαπά την ελευθερία-ανεξαρτησία του. Γιατί, ουσιαστικά, κατά αυτών βάλλουν τα «κριτικά» κείμενα.

Όταν λοιπόν τελειώσουν οι κραυγές και οι επιστημονικές ντουντούκες, προτείνω να διοργανωθεί μια ορθολογιστική επιστημονική ημερίδα με θέμα: «Ιστοριογραφία, διεθνολογία, “κριτικοί”, “κριτικοί κονστρουκτιβιστές”, ηγεμονικές αξιώσεις και οι δημόσιες τοποθετήσεις των ελλήνων επιστημόνων». Εγώ δηλώνω πανέτοιμος για μια τέτοια συζήτηση, όχι όμως από τις στήλες των εφημερίδων και όχι με κραυγές και ύβρεις.

 Με εκτίμηση

 Παναγιώτης Ήφαιστος

www.ifestos.edu.gr

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Η Ένωση Πολιτών για την ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ σε συνεργασία µε το Τµήµα Εκπαίδευσης και Αγωγής στην Πρ. Ηλικία του Πανεπιστηµίου Αθηνών (ΤΕΑΠΗ) διοργανώνει δηµόσια συζήτηση την Τρίτη 8 Μαΐου 2007 στις 7 µµ. στο Αµφιθέατρο ∆ρακόπουλου του Κτιρίου Προπυλαίων του

Πανεπιστηµίου Αθηνών (Πανεπιστηµίου 30) µε θέµα:

«Από τον Εθνικιστικό πατριωτισµό στον Πατριωτισµό του Πολίτη»

µε αφορµή τα σχολικά εγχειρίδια ιστορίας.

Χαιρετισµός: Θάλεια ∆ραγώνα, Πρόεδρος ΤΕΑΠΗ

Οµιλητές: Τάκης Θεοδωρόπουλος, συγγραφέας, Βασίλης Καραποστόλης,

Καθηγητής Eπικοινωνίας και Πολιτισµού Πανεπιστηµίου Αθηνών, Αντώνης

Λιάκος, Καθηγητής Ιστορίας Π.Α., Μαρία Ρεπούση, αν. Καθηγήτρια

Ιστορίας και Ιστορικής Εκπαίδευσης Α.Π.Θ., Ιωάννα Τσιβάκου, Καθηγήτρια

στο Τµήµα Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισµού Παντείου Πανεπιστηµίου,

Άννα Φραγκουδάκη, Καθηγήτρια Κοινωνιολογίας της Εκπαίδευσης Π. Α.

Συντονίζει ο: Α. ∆. Παπαγιαννίδης, δηµοσιογράφος

Συνοψίζει ο: Περικλής Βασιλόπουλος, Αντιπρόεδρος Ένωσης Πολιτών για την ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ

Πληροφορίες: ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ 210- 3616254

www.koinoniapoliton.gr / e- mail: paremvassi@ath.forthnet.gr

 

 

-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

 

Μεθοδολογικά προβλήματα, αντιφάσεις, άλματα συλλογισμών και λογικά-επιστημονικά σφάλματα στην άχαρη ημιμαθή πορεία μερικών βαλκάνιων «κριτικών» ιστοριογράφων

Αναρτημένο στην διεύθυνση http://www.ifestos.edu.gr/60.htm

 Περιεχόμενα: 1. Προγραμματική προκατάληψη μιας αντι-επιστημονικής μεθοδολογίας. 2. Αντικειμενικά κριτήρια μιας καλής ιστοριογραφίας. 3. Αποτελεί μύθος ότι όλοι οι έλληνες ιστορικοί συμφωνούν με την «κριτική» αναθεώρηση της ιστορίας. 4. Ρίζες, εξέλιξη, εξυπηρετήσεις της «κριτικής» ιστοριογραφίας και η τα επιστημονικά κίβδηλα υποπροϊόντα 5. Περί ιστορικών μύθων και οι «κριτικοί» μυθολόγοι.

 Εισαγωγική σημείωση: Η εμβέλεια του παρόντος σημειώματος είναι μικρή: Ανάδειξη μερικών μόνο πτυχών της «κριτικής» ιστοριογραφίας και κατάδειξη κάποιων επιστημονικών αλμάτων, λογικών σφαλμάτων και αυθαίρετων επικλήσεων επιστημονικής εγκυρότητας. Έπεται εκτενέστερο κείμενο που θα δημοσιευτεί σε εύθετο χρόνο. Στάσεις όπως το σχέδιο Αναν, οι προπετείς αξιώσεις για κατευνασμό του τουρκικού και άλλων αναθεωρητισμών και τα βιβλία ιστορίας του CDRSEE, υφαίνουν πλέον ένα πέπλο παραδοχών που διαφθείρει στοχαστικά ολοένα και περισσότερο τις κοινωνικές επιστήμες και τον δημόσιο διάλογο, ζήτημα ως προς το οποίο έχουμε χρέος και καθήκον να επανέλθουμε.

 1. Προγραμματική προκατάληψη μιας αντι-επιστημονικής μεθοδολογίας. Κατά πρώτον, παραθέτω μερικά μόνο ενδεικτικά εδάφια των δραστών εκφυλισμένων «κριτικών» ιστοριογραφικών απόψεων (περισσότερα, εκτενέστερα και με παραπομπές σε επερχόμενη μονογραφία και σύντομες επιστημολογικές αναφορές πιο κάτω):

 «Η πρόκληση της διδασκαλίας της εθνικής ιστορίας έγκειται στο τρόπο διαχείρισης των συγκρούσεων και μάλιστα όταν οι συγκρούσεις αυτές έχουν νωπά αποτυπώματα στην συλλογική μνήμη.  Στην περίπτωση της ελληνικής εθνικής ιστορίας, κεντρικό ρόλο κατέχει η ελληνοτουρκική σύγκρουση, τρία τουλάχιστον σημεία καμπής: την Ελληνική Επανάσταση, την Μικρασιατική Καταστροφή και το Κυπριακό. Τα δύο τελευταία διατηρούν ζωντανή την μνήμη του πόνου και της σύγκρουσης και συμβάλλουν στην διαμόρφωση πολιτικών θέσεων σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής. Αυτός είναι άλλωστε ο λόγος που η συζήτηση περί ιστορίας εντοπίζεται κυρίως στα σημεία εκείνα που δίνουν πολιτικό περιεχόμενο στην ιστορική αφήγηση της ελληνοτουρκικής σύγκρουσης».

 Αλλού: «Όσοι θέλουν την λεπτομερή αφήγηση των δεινών που υπέφεραν οι Έλληνες από τους Τούρκους θυματοποιούν το έθνος και επιδιώκουν την ιστορική νομιμοποίηση της σύγκρουσης ώστε να είναι πάντα παρούσα» (η διδασκαλία της ιστορίας αλλού) «έχει πάψει (sic) πριν από πολλές δεκαετίες να “ρέει αίμα” στις σελίδες των σχολικών βιβλίων». Αλλού της «μητρικής» ομάδας υπό το CDRSEE: «(η ιστοριογραφική στρατηγική σκοπό έχει) «μια αλλαγή στο περιεχόμενο των εισαγωγικών βιβλίων της ιστορίας που μπορεί εύκολα να οδηγήσει σε αλλαγή του τρόπου με τον οποίο οι μαθητές βλέπουν το ιστορικό παρελθόν τους εξαφανίζοντας τις τάσεις για σύγκρουση-παραγωγή στερεοτύπων».

 Αλλού: «Η διδασκαλία της ιστορίας πρέπει να καταπολεμήσει την αντίληψη ότι η ιστορία είναι αντικειμενική»… «Η αποδόμηση της ιστορικής “αλήθειας” μπορεί να κατορθωθεί με το να παρουσιάζεις την “αλήθεια” του άλλου, αυτή του “εχθρού” γύρω από το ίδιο θέμα. Αυτή η προσέγγιση είναι ίσως η κατάλληλη για να διδάξεις γύρω από τα ζητήματα που ενέχουν συγκρούσεις».

 Αλλού: «Παρουσιάζοντας τις συγκρούσεις όχι μόνο με τους άλλους αλλά και εντός του έθνους βοηθά στην υπονόμευση της ιδέας της εθνικής ομοιογένειας η οποία βρίσκεται στον πυρήνα της εθνοκεντρικής ιστορίας».

Αλλού: «… στην προοπτική μιας φιλειρηνικής εκπαίδευσης κρίθηκε σκόπιμο ότι είναι σκόπιμο να αποσιωπηθούν οι συγκρούσεις και τα αισθήματα εχθρότητας που ανάπτυξαν δύο έθνη στο παρελθόν. Μετατοπίστηκε λοιπόν το κέντρο βάρους από την πολιτική και διπλωματική ιστορία στην κοινωνική, οικονομική και πολιτισμική ιστορία, η οποία δεν περιέχει αιματηρές συγκρούσεις και εντοπίζει το ενδιαφέρον σε άλλες πτυχές του παρελθόντος» (έμφαση σε διάφορα σημεία και το «sic» δικά μου)

 Μόνο σε πολιτικοποιημένους, ιδεοληπτικούς και προπαγανδιστικούς ιστοριογραφικούς κύκλους μπορούν, χωρίς να ελέγχονται επιστημονικά, να λέγονται απίστευτα προκατειλημμένες γνώμες όπως οι πιο πάνω. Μπορεί αυτά να συνάδουν με το όνειρο του Σόρος για μια «ανοικτή κοινωνία» ή με τις στρατηγικές επιδιώξεις των ΗΠΑ για αποδόμηση των κοινωνιών των κρατών-στόχων αλλά δεν αντέχουν σε σοβαρή επιστημονική κριτική. Το γεγονός ότι στα ημέτερα Βαλκάνια αυτοί που τα στηρίζουν αυξάνονται και πληθύνονται αριθμητικά (διογκώνοντας έτσι «λίστες υπογραφών ιστορικών», βλ. πιο κάτω) αποτελεί πρόβλημα της κοινωνίας που πληρώνει για την ύπαρξη Τμημάτων Κοινωνικών Επιστημών που εμφανώς διολισθαίνουν στο τέλμα της ιδεοληψίας και της πολιτικής προπαγάνδας. Αριθμητική αύξησή τους δεν αποτελεί τεκμήριο εγκυρότητας της ακαδημαϊκά μεταμφιεσμένης τσαρλατανιάς (είναι τσαρλατανιά να προτάσσεις προγραμματικούς πολιτικούς σκοπούς στην ιστοριογραφία, βλ. πιο κάτω) αλλά πρόβλημα των φορολογουμένων όταν πληρώνουν για να εκκολάπτονται αυτοτροφοδοτούμενα συστήματα αντι-κοινωνικής προπαγάνδας (είναι αντικοινωνική προπαγάνδα η υποβάθμιση της ιστορικής μνήμης για τους αγώνες ελευθερίας μιας κοινωνίας και η εξίσωσή τους με του δυνάστες και τα εγκλήματά τους).

 2. Αντικειμενικά κριτήρια μιας καλής ιστοριογραφίας. Κατά κοινή παραδοχή όλων των καλών ιστορικών όλων των εποχών (πλην κάποιων βαλκάνιων και κυρίως ελλήνων «κριτικών» ιστοριογράφων) η καλή ιστοριογραφία είναι κατά βάση θουκυδίδεια (Romilly- Ιστορία και λόγος στον Θουκυδίδη). Αυτό γιατί, μεταξύ άλλων: (Ο Θουκυδίδης) «τείνει στην απόλυτη αντικειμενικότητα του ερευνητή» (σ. 15). Οφείλει τη μεγάλη αξία του στο γεγονός πως κατόρθωσε: να «βλέπει τη λεπτομέρεια σε συνάρτηση με το σύνολο (βλ. σ. 43), παραθέτει και αξιολογεί «μόνο εκείνες τις πληροφορίες που αναφέρονται σε κάποιο σημαντικό σκοπό (βλ. σ. 48), εξετάζει ό,τι έχει γνώρισμα καθολικό (βλ. σ. 49), παραθέτει «προθέσεις» ή «γνώμες» διαχρονικής αξίας και ανεξάρτητων των ατομικών περιπτώσεων (βλ. σ. 50). Εστιάζει την προσοχή με αυστηρή ακρίβεια επί της ουσίας και με τρόπο που μας επιτρέπει «να εντοπίσουμε κάτω από τις επιμέρους πράξεις την ύπαρξη τάσεων, αιτίων και λογικών αλληλουχιών, που είναι ολοένα και πιο βαθιές και μακρινές, που η αληθοφάνειά τους παίρνει έτσι έναν χαρακτήρα πιο γενικό», πιο ανεξάρτητο από τις περιστάσεις και τα πρόσωπα. «αυτές οι αλληλουχίες επαναλαμβάνονται τόσο περισσότερο όσο πιο αυστηρά έχουν αναχθεί στο ουσιώδες» (σ. 52) (έμφαση δική μου).

Αυτά είναι αντικειμενικά κριτήρια κάθε ιστοριογραφίας (πλην μερικών βαλκάνιων και κυρίως ελλήνων «κριτικών»). Απλή και μόνο σύγκριση αυτών των κριτηρίων με τις εντός εισαγωγικών θέσεις των ελλήνων «κριτικών» αναθεωρητών στην προηγούμενη ενότητα κάνει σαφές ακόμη και για τους πιο δύσπιστους ότι οι «κριτικοί» αφενός είναι επιστημονικά έωλοι και αφετέρου ότι ο σκοπός είναι πολιτικός και όχι επιστημονικός.  

 3. Αποτελεί μύθο ότι όλοι οι έλληνες κοινωνικοί επιστήμονες συμφωνούν με την «κριτική» αναθεώρηση της ιστορίας: Θεωρώ ακαδημαϊκή ατασθαλία την επίκληση του επιστημονικού τίτλου για να κάνει κάποιος πασίδηλη ιδεολογική προπαγάνδα υπέρ πολιτικών αλλαγών [γεγονός, μάλιστα, που δεν διστάζει να το κηρύττει δημόσια και κραυγαλέα, ίσως λόγω αυτοπεποίθησης που προκύπτει από την αριθμητική (όχι ποιοτική) διόγκωση των «κριτικών» κοινωνικών επιστημόνων στα πανεπιστημιακά τμήματα. Εξ αντικειμένου, μια τέτοια εξέλιξη είναι επιστημονικά θανατηφόρα και κοινωνικά ζημιογόνα].

          Ασφαλώς, υπάρχει η έκθεση-καταπέλτης της Ακαδημίας Αθηνών η οποία από μόνη της θεμελιώνει ότι οι «κριτικοί» ιστοριογράφοι είναι ιστοριογραφικά ανεπαρκείς. Υπάρχουν επίσης αντίστοιχες μελέτες στην Κύπρο και της Εκκλησίας της Ελλάδας. Υπάρχουν επίσης άπειρα άλλα κείμενα έγκυρων ελλήνων κοινωνικών επιστημόνων και επιστημόνων άλλων κλάδων που αν και όχι «ιστορικοί» επειδή κάποια ζητήματα είναι γενικά επιστημολογικά κριτήρια όλων των επιστημών μπορούν να διακρίνουν το άσπρο από το μαύρο [Η «κριτική» ιστοριογραφία ούτε ιστορία είναι ούτε αφορά μόνο τους ιστορικούς. Αφορά όλους τους κοινωνικούς επιστήμονες γιατί θίγει ιερά και όσια της επιστημολογίας των κοινωνικών επιστημών, ιδιαίτερα των διεθνών σχέσεων. Ιδιαίτερα οι διεθνείς σχέσεις, εάν στηρίζεται σε «κριτικά» θεωρήματα είναι εξαρχής άχρηστη – αυτό για τους αυτόκλητους «διεθνολογούντες» ειδικούς στην τσαρλατανιές υπέρ του κάθε «Άλλου»]. Υπάρχουν επίσης εκατοντάδες κοινωνικοί επιστήμονες οι οποίοι δυστυχώς κλονίζονται και δεν παρεμβαίνουν για μια  σειρά λόγων που σχετίζονται με την ατμόσφαιρα φασιστοειδούς τρομοκρατίας στον δημόσιο διάλογο [Είναι, δήθεν, «εθνικιστής» ή και «φασίστας» … όποιος δεν συμφωνεί με την άθλια αποδομητική «κριτική» ιστοριογραφία και δήθεν «δεν δικαιούται να ομιλεί» αν δεν φορεί επιστημονικοφανείς συμβατικούς ιστοριογραφικούς τίτλους].

Πάντως, σε αναφορά με κάποια λίστα που κυκλοφόρησε και την οποία λέγεται ότι υπέγραψαν εκατοντάδες «ιστορικοί», χρήζει και αξίζει να ειπωθούν συντομογραφικά τα εξής:

          α) Εκτός του ότι όσοι υπέγραψαν δεν είναι όλοι ιστορικοί, έχει την ίδια επιστημονική αξία όση και η αντίστοιχη λίστα υπέρ του φασιστοειδούς σχεδίου Αναν (πάρα πολλά ονόματα «ιστορικών», «διεθνολόγων», «κοινωνιολόγων» κτλ, όλως περιέργως είναι τα ίδια σε αμφότερες τις λίστες). Για την επιστημονική βαθμίδα των φορέων των απόψεων της υπέρ του σχεδίου Αναν λίστας δέστε τεκμηριωμένη κριτική στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.ifestos.edu.gr/32.htm. Κανείς, κυριολεκτικά κανείς από τους τότε «λίσταρχους», «λισταρχάκια» και λαλίστατους «μαϊντανούς των επιφυλλίδων και των τηλεοπτικών πάνελ» δεν τόλμησε να αντικρούσει με επιστημονικούς όρους αυτή την επιστημονικά απολύτως τεκμηριωμένη ανάλυση για την διεθνή και ευρωπαϊκή νομιμότητα που με λύσσα πολλοί καταπολέμησαν (λύσσα που συνοδευόταν με ανάλογη επίκληση επιστημονικών τίτλων που ακούμε σήμερα σε αναφορά με την «κριτική» βιβλιογραφία). «Λίσταρχοι» (αυτοί δηλαδή που συνήθως παίρνουν την πρωτοβουλία να κυκλοφορήσουν λίστες υπογραφών), «λίστες» και ανοησίες του τύπου «δεν δικαιούστε να ομιλείται γιατί  δεν είσαστε … ιστορικοί» αποτελούν ομολογία επιστημονικής αδυναμίας και όχι τεκμήριο εγκυρότητας και αξιοπιστίας. Όσον αφορά την «κριτική» ιστοριογραφική λίστα υπομονή: Οι επιστημονικές απαντήσεις «σερβίρονται κρύες» και η απάντηση έρχεται σύντομα, νηφάλια και με τρόπο μάλιστα που θα αποκαλύψει ποια είναι ακριβώς τα αίτια της πασίδηλης διολίσθησης πολλών κοινωνικών επιστημόνων στο τέλμα της προκατάληψης, της ιδεοληψίας και της πολιτικής προπαγάνδας.

          β) Σε κάθε περίπτωση, η κυκλοφορία λιστών από αρχαιότερους «λίσταρχους» αποτελεί ακαδημαϊκή ατασθαλία που κάποια στιγμή θα πρέπει να απασχολήσει τα ακαδημαϊκά όργανα και ίσως και άλλα όργανα της συντεταγμένης πολιτείας. Αποτελούν στιλέτο κατά της ακαδημαϊκής ελευθερίας και ενδο-ακαδημαϊκή μέθοδο εξεζητημένου καταναγκασμού που λειτουργεί εκβιαστικά για τα νεότερα ή νεοεισερχόμενα στελέχη. Είναι οπωσδήποτε βαθύτατη αντιδεοντολογική πράξη: Όταν τέτοιες λίστες κυκλοφορούν, όλα τα νεότερα ή νεοεισερχόμενα στελέχη του ακαδημαϊκού χώρου νοιώθουν καταναγκασμένα να συνυπογράψουν. Ακόμη χειρότερα, ασθενείς ψυχές και επιστημονικά αδύναμοι φορείς εκτός πανεπιστημίου αντί να ευθυγραμμιστούν με επιστημονικά βάσιμες προσεγγίσεις για να εισέλθουν στο πανεπιστήμιο ή για να εξελιχθούν, σκανδαλίζονται γιατί δημιουργείται μια διεφθαρμένη περιρρέουσα ατμόσφαιρα που υποδηλώνει πως συνταύτιση με ρευστές ιδεολογικοπολιτικές πλειονότητες αποτελεί εγγύηση ανέξοδης ακαδημαϊκής αναρρίχησης.

 4. Ρίζες, εξέλιξη, εξυπηρετήσεις της «κριτικής» ιστοριογραφίας και η τα επιστημονικά κίβδηλα υποπροϊόντα. Απλή ανάγνωση των εντός εισαγωγικών εδαφίων (μερικά παρατίθενται πιο πάνω) καταμαρτυρεί πέραν πάσης αμφιβολίας ότι  πραγματικός σκοπός των «κριτικών» ιστοριογράφων είναι πολιτικός και όχι επιστημονικός. Δεν ενδιαφέρει η ιστορική αλήθεια αλλά: α) η προγραμματική οριοθέτηση «κριτικών» πολιτικών σκοπών, β) η επιλογή πηγών με προκατειλημμένο-επιλεκτικό τρόπο ούτως ώστε να φωτιστούν συγκεκριμένες πτυχές (οι ασήμαντες) και να συσκοτιστούν άλλες (οι πιο σημαντικές και διαμορφωτικές του ιστορικού γίγνεσθαι όπως τα επικά γεγονότα), γ) η διαχείριση των πηγών ούτως ώστε να «τραβηχτούν από τα μαλλιά» συμπεράσματα που εξυπηρετούν τους προ-αποφασισθέντες πολιτικούς σκοπούς και δ) η πολιτική διαχείριση των πολιτικά προκατειλημμένων συμπερασμάτων για να «αποδομηθεί» συνειδησιακά η κοινωνία.

 Για τους μη μυημένους στην διεθνή βιβλιογραφία, μπορώ να σκιαγραφήσω –περισσότερα σε επερχόμενη μονογραφία–  τις τρις βασικά τάσεις (και το τέταρτο εκφυλισμένο βαλκάνιο υποπροϊόν τους).

Πρώτον, οι παραδοσιακοί «κριτικοί» απόρροια επιρροών της σχολής της Φραγκφούρτης (Χάμπερμας, Χόρκχαϊμερ, Μαρκούζε et al) που προβληματίζονται αιρετικά (αιρετικά, για τους περισσότερους «ορθόδοξους» μαρξιστές) κυρίως στην βάση των «αναρχικών» πρώτων κειμένων του Μάρξ (περίπου οδηγούν, ευθέως ή ίσαμε τις ακραίες συνέπεις, στο εξής συμπέρασμα: «Θα κατεδαφίσω τον κόσμο, αδιάφορο του τι θα προκύψει μετά») για να δημιουργηθεί ένας «μεταμοντέρνος», «μεταεθνικός» κόσμος. Μερικοί «οπαδοί» τους μιλούν για αποδόμηση και κατεδάφιση των κρατών και για ένα νέο-μεσσιανικό κόσμο («που “πιθανώς” θα προκύψει»). Αυτός ο κόσμος της διεστραμμένης φαντασίας των αυτόκλητων «κριτικών» αποδομηστών (διεστραμμένης, μιας και βάλλει κατά της οντολογικά θεμελιωμένης κοινωνικοπολιτικής δομής του κόσμου) θα αποτελείται, υποστηρίζουν, από … χιλιάδες «αυτόνομες κοινότητες». Έτσι, θα εισέλθουμε σε μια νέο-μεσσιανική εποχή … («έλεος», θα έλεγε κάποιος σ’ αυτούς τους επιστημονικά μεταμφιεσμένους φαντασιόπληκτους)

Δεύτερη τάση, είναι οι συμβατικοί κονστρουκτιβιστές όπως οι Bull, Wight, Carr et al (που ουσιαστικά καμιά σχέση δεν έχουν με τους «κριτικούς», έστω και αν οι τελευταίοι συχνά τους επικαλούνται λαθραία). Οι κονστρουκτιβιστές της «Βρετανικής Σχολής», ακριβώς, έγραψαν όχι για αποδόμηση του οντολογικά θεμελιωμένου εθνικού-κρατικού συστήματος αλλά αντίθετα για οικοδόμηση θεσμών, κωδίκων, δεοντολογιών και διακρατικών πρακτικών που ενισχύουν την διεθνή δομή και τους θεσμούς της (συμπεριλαμβανομένων των εθνικών-κρατικών θεσμών) (στην Ελλάδα, με επιστημονική ευθύνη και επιμέλεια του υποφαινόμενου, κυκλοφορούν τα βιβλία των κυριότερων ταγών της «Βρετανικής Σχολής», δηλαδή των Bull, Wight, Carr, Watson).

Τρίτη και κυρίαρχη άποψη, είναι οι αμερικανοί «κριτικοί κονστρουκτιβιστές». Απαλλαγμένοι προπετών συμπλεγμάτων επιστημονικής μεγαλομανίας που συχνά χαρακτηρίζουν ημιμαθείς και μεταπράτες ιδεολογημάτων σε ξεπεσμένες περιφερειακές «επιστημονικές» κοινότητες –οι οποίοι, φαίνεται, όντως, κάτι θέλουν να κρύψουν όταν επικαλούνται «επιστημονικούς τίτλους» - «είμαι ιστορικός, οι άλλοι δεν είναι…»)– οι αμερικανοί «κριτικοί κονστρουκτιβιστές» ταπεινά εξετάζουν ζητήματα ιδεολογίας, ιστορικών ταυτοτήτων, ιστορικών συνειδήσεων και άλλων κοινωνιολογικών πτυχών στις διακρατικές και διακρατικές σχέσεις. Από επιστημονική και επιστημολογική άποψη, όμως, απλά και ταπεινά δηλώνουν πως σκοπός τους δεν είναι να αμφισβητήσουν τις κυρίαρχες παραδοσιακές ιστοριογραφικές και διεθνολογικές επιστημονικές προσεγγίσεις (ο Θουκυδίδειος Πολιτικός Ρεαλισμός είναι η κυρίαρχη προσέγγιση στην ανάλυση των διεθνών σχέσεων) αλλά μόνο η συμπλήρωση κάποιων κενών με πολιτικό ενδιαφέρον για την αμερικανική στρατηγική. Όντως, συχνά δηλώνουν απερίφραστα ότι αυτή η στοχαστική σχοινοβασία έχει τουλάχιστον ένα «καλό» σκοπό: Να εξυπηρετήσει την αμερικανική στρατηγική και την διείσδυση των αμερικανικών συμφερόντων σε ένα κόσμο όπου η κυριαρχία πολλών κρατών όντως παραπαίει. Παραθέτω μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

 «Αμερικανοί ηγέτες σε προηγούμενες εποχές αυτόν τον αιώνα είχαν επιτύχει κάποια αποτελέσματα όταν καθοδηγούσαν την αμερικανική εξωτερική πολιτική προς την κατεύθυνση αναδόμησης της διεθνούς τάξης με όρους οργανωτικών κριτηρίων (organizing principles) που συντόνιζαν [το διεθνές σύστημα] σύμφωνα με τις κοσμοεικόνες που είχαν οι αμερικανοί για τον εαυτό τους, πιο συγκεκριμένα με τον αμερικανικό αστικοπολιτικό εθνικισμό …(η στρατηγική αυτή και ο τρόπος που σχετίζεται με τις «κριτικές» κονστρουκτιβιστικές» επιστημονικές αναζητήσεις) θα διαφέρει στα διάφορα σημεία του κόσμου ανάλογα με τις γεωπολιτικές συνθήκες» (Ruggie 1998). «O σκοπός (των αμερικανικών στρατηγικών) δεν ήταν απλώς να προωθήσουν συγκεκριμένους στόχους, αλλά να αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο οι συγκεκριμένες κοινωνίες βλέπουν τα οικεία συμφέροντα. H έμφαση αυτού που ο Nye ονομάζει “μαλακή ισχύς” σχετίζεται τόσο με ρεαλιστικούς φόβους [κατανομής ισχύος] για τη σχετική ισχύ όσο και με την [“κριτική”] κονστρουκτιβιστική ανάλυση για συλλογικά πιστεύω, πεποιθήσεις και ταυτότητες (Katzestein, Keohane, Krasner 1998). «(αναφορικά με την μαλακή ισχύς της αμερικανικής στρατηγικής) Εάν καταφέρω να σε κάνω να θέλεις αυτό που θέλω, τότε δεν χρειάζεται να σε αναγκάσω να κάνεις αυτό που δεν επιθυμείς» (Nye 2005). «Για να επιτευχθεί ένα «μεταεθνικό διεθνές σύστημα” θα πρέπει να αλλάξουν δραστικά οι ταυτότητες των (κοινωνιών) κρατών, και πιο συγκεκριμένα να μεταλλαχθούν στο πως τα κράτη σκέφτονται για τους εαυτούς τους, τους και για τα άλλα κράτη (περιγραφή Mearheimer 2007)

 Για τους σκοπούς του παρόντος σύντομου σημειώματος, συμπληρώνω ότι δεν αναφερόμαστε σε κάποια μυστήρια συνωμοσιολογική ερμηνεία της διεθνούς πολιτικής αλλά στην αμερικανική στρατηγική. Οι αμερικανοί, των οποίων η ανάλυση διεθνών σχέσεων είναι σχεδόν πάντοτε απολύτως πολιτικά στρατευμένη (πλην ελάχιστων λαμπρών εξαιρέσεων), έξυπνα αναζητούν τρόπους εκμετάλλευσης της αφέλειας (ή άλλων κινήτρων, πιο πεζών, όπως αναρχικές ιδεολογίες ή ωφελήματα διεθνικών χρηματοδοτήσεων) όσων είναι πρόθυμοι να αποδυναμώσουν τα κράτη τους στο όνομα κάποιου διεθνιστικού σκοπού που –στην βάση της ρήσης «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα και τις διεθνικές χρηματοδοτικές συντροφιές– διευκολύνεται με την αποδόμηση των οικείων κοινωνιών. Η διεθνής βιβλιογραφία έχει καλύψει αυτό το ζήτημα εκτενέστατα. Παραπέμπω σε ένα σύντομο κείμενο το οποίο όχι μόνο εξηγεί την στρατηγική «μαλακής ισχύος» των ΗΠΑ αλλά επιπλέον παραπέμπει επίσης στις μεθοδεύσεις των αμερικανικών υπηρεσιών, στα «ιδρύματα» που στην Αμερική και στον υπόλοιπο κόσμο επιστρατεύονται και στους συγκεκριμένους σκοπούς που εκπληρώνονται με την οικοδόμηση «μαλακής ισχύος»: http://www.ifestos.edu.gr/47.htm. Διαβάζοντας αυτό το κείμενο, ο ενδιαφερόμενος θα διαπιστώσει ότι ένα σημαντικό μακρύ χέρι είναι και τα ιδρύματα του κερδοσκόπου Σόρος που λειτουργεί διεθνικά και συχνά ανεξάρτητα. Για οτιδήποτε θα μπορούσε να σημαίνει αυτό, σημειώνω ότι τα ιδρύματα Σόρος τα συναντάμε και στους χρηματοδότες των τεσσάρων βιβλίων του CDRSEE που αποτελούν και την αφετηρία των προσπαθειών «κριτικής» ιστοριογραφικής αποδόμησης των Βαλκανικών κοινωνιών. Κάθε λογικός αναγνώστης θα κατανοήσει απολύτως κατά πόσο αυτό εξυπηρετεί την αμερικανική (κατακτητική) «ειρήνη» και το όνειρο του τυχάρπαστου Σόρος «να έχει δική του εξωτερική πολιτική» ή την ισορροπία και την ειρήνη μεταξύ των Βαλκανικών κοινωνιών.

          Τουλάχιστον στο δικό μας επίπεδο επιστημονικής κριτικής δεν ασχολούμαστε με υπόγειες διαδρομές και συμφέροντα. Νομιμοποιημένα όμως επισημαίνουμε ότι τέτοιες συναναστροφές με «σόρους, σοράκια και κοράκια» του αχανούς διεθνικούς χώρου δεν τις θεωρούμε συμβατές με την αξιολογικά ελεύθερη επιστημονική σκέψη (Βλ. http://www.ifestos.edu.gr/60.htm). Εμείς νοούμε το ακαδημαϊκό έργο όπως το πνεύμα και το γράμμα του νόμου και πάγιοι κώδικες επιστημονικής δεοντολογίας επιτάσσουν: Ανεπηρέαστο, αδέσμευτο, απαλλαγμένο πολιτικών εισροών, περιγραφικό της αλήθειας και αποστασιοποιημένο από αμφιλεγόμενες εκλεκτικές συγγένειες και συναναστροφές. Αν κάποιοι δεν ενοχλούνται όταν συναγελάζονται με τους υπαλλήλους των ιδρυμάτων του άκρως αμφιλεγόμενου Σόρος, περίεργους εφοπλιστές, ιδρύματα της υπερατλαντικής δύναμης, κτλ, για να γράψουν την ιστορία των Βαλκανίων, είναι ελεύθεροι να κατηφορίζουν αυτό τον ολισθηρό δρόμο αλλά δεν είμαστε υποχρεωμένοι να μην το λαμβάνουμε υπόψη και να μην αποστασιοποιούμαστε. 

Υπάρχει όμως και μια τέταρτη «κριτική» τάση, στοχαστικό υποπροϊόν των πιο πάνω: Όπως οι αυλικοί οι οπαδοί είναι πάντοτε βασιλικότεροι του βασιλέως. Η τάση αυτή εκδηλώνεται με ημιμαθείς, ιδεοληπτικές και φανατισμένες θέσεις φορέων επιστημονικών τίτλων, κυρίως σε παρακμασμένες και παραπαίουσες κοινωνίες των οποίων οι επιστημονικές τους κοινότητες φθίνουν και παρακμάζουν. Στις περιπτώσεις αυτές αφθονούν τα ιδεολογήματα και τα αστεία θεωρήματα που τα στηρίζουν. Όσο περισσότερο αυξάνονται αριθμητικά τα στοχαστικά υποπροϊόντα τόσο πιο προπετή γίνονται οι θέσεις, τόσο περισσότερο  συσκοτίζουν την ποιοτική τους βαθμίδα με αυτοαναφορικές αλληλοενισχύσεις και τόσο περισσότερο χαμηλώνει η ποιοτική βαθμίδα των συζητήσεων στον δημόσιο διάλογο. Το μόνο επιχείρημα που τους μένει όταν θίγεται η διϋποκειμενική αλήθεια είναι το «εμείς είμαστε επιστήμονες-ιστορικοί και εσείς όχι». Γι’ αυτό καλά θα κάνουμε να «φωτογραφίσουμε» τις μεθοδεύσεις τους και να τους ξεσκεπάσουμε επιστημονικά και επιστημολογικά.

Κατ’ αρχάς, τα φαινόμενα της επιστημονικής παρακμής επιχειρείται να επισκιαστούν με οχλαγωγίες, με λίστες υπογραφών ακαδημαϊκών και με φανατισμούς επιφυλλιδογράφων ή αστέρων των τηλεοπτικών πάνελ όταν επισείουν τίτλους ως δήθεν αμάχητο τεκμήριο επιστημοσύνης. Ο κατήφορος συμπεριλαμβάνει υπόγειες ή πιο φανερές διασυνδέσεις με τον παραταξιακό χώρο και διεθνικές «δυνάμεις» που αν και επιστημονικά αδιάφορες μπορεί να θρέφει ένα στρεβλό «επιστημονικό» χώρο που έχει μόνο έρεισμα την αριθμητική αύξηση αυτών που φωνάζουν και κραυγάζουν «κριτικά» και δευτερογενές έρεισμα την στήριξη διεθνικών «δυνάμεων» και συστημάτων πολιτικής εξάρτησης.

Κυριολεκτικά αποσπασματικά και «τραβώντας από τα μαλλιά» ασύνδετα πράγματα είναι φυσικό να διατείνονται πως αντιπροσωπεύουν, δήθεν, μια διεθνώς κυρίαρχη ιστοριογραφία ή διεθνολογία που δήθεν κυριαρχεί πολιτικά στην Ευρώπη. Μπροστά σ’ αυτή πρέπει, δήθεν, όλοι να γονατίσουν. Όσοι δεν γονατίσουν ή σιωπήσουν μπροστά σε τέτοιες τσαρλατανιές η –για «κάποιο περίεργο λόγο» διασφαλισμένη– πρόσβαση σε επιφυλλίδες και πάνελ εξασφαλίζει δολοφονίες των επιστημονικών και των πολιτικών χαρακτήρων όσων διαφωνούν: Κάνοντας τεράστια και επιστημονικά αντιδεοντολογικά άλματα συλλογισμών λένε ότι αν «ο Α και ο Β είπαν ότι ο γάιδαρος δεν έχει φτερά, άλλα επειδή αμφότεροι το λένε είναι ιδεολογικά όμοιοι, άρα δεν δικαιούνται να ομιλούν και άρα εμείς είμαστε καθαρόαιμοι και φιλειρηνιστές, ενώ όσοι διαφωνούν είναι εθνικιστές, πολεμοκάπηλοι και ίσως αιμοσταγείς».

Αφού φωτογραφίσαμε τις επικοινωνιακές τους πρακτικές, καλά κάνουμε τώρα νηφάλια να τονίσουμε το προαναφερθέν γεγονός, δηλαδή τον χαρακτήρα και το περιεχόμενο της μίζερης αναπαραγωγής «κριτικών» υποπροϊόντων σε παρακμάζουσες και ανυποψίαστες κοινωνίες. Ακριβώς, γράφεται σε αναφορά με τις πιο ακραίες και επιστημονικά αμφιλεγόμενες  εκδοχές των «κριτικών» τάσεων, προσφέρεται (στους «κριτικούς) «η δυνατότητα, δρώντας πολιτικά διαμέσου ΜΚΟ και άλλων συνομαδώσεων) «να αναπτύξουν συμμαχίες και διασυνδέσεις διαμέσου των συνόρων και σ’ όλη την υδρόγειο, οι οποίες, μακροπρόθεσμα, θα υπηρετήσουν τον σκοπό υπονόμευσης των “ιστορικών δομών” [δηλαδή των εθνών-κρατών] και θα δημιουργήσουν ορατές αλλαγές στην παγκόσμια πολιτική» (Lipschutz 1992). Αν διαβάζοντας τέτοια κείμενα είναι πειρασμός για κάποιον να πει ότι σε κάποια μικρά επιστημονικά μυαλά μπαίνουν μεγάλες ιδέες, στα ημέτερα Βαλκάνια «σόροι, σοράκια και κοράκια» κυριολεκτικά οργιάζουν, με το να εκτρέπουν τις συζητήσεις σε ακόμη πιο επισφαλή μονοπάτια, με το να προκαλούν επιστημονική σύγχυση και με το να διαφθείρουν έτσι τον δημόσιο διάλογο. Δημόσιο διάλογο μεταξύ των μελών της κοινωνίας που θα ανέμενε από τους φορείς ακαδημαϊκών τίτλων εγκυρότητα, αξιοπιστία και προσήλωση στα ουσιαστικά και σημαντικά της επιστημονικής προσπάθειας.

          Έτσι βλέπουμε κάποιους να διατείνονται πως είναι υψηλοί αντιπρόσωποι κάποιας δήθεν μεγάλης ιστοριογραφικής σχολής. Η επιστημονική αλήθεια, εν τούτοις, είναι ότι οι επικλήσεις τους αφορούν τις πιο οριακές, τις πιο πολιτικοποιημένες, τις πιο ιδεολογικοποιημένες και τις ελάχιστα επιστημονικές των πιο ακραίων και αμφιλεγόμενων επιστημολογικών αιρέσεων που διανθίζουν με σορικά ιδεολογήματα και πνευματικό σανό που οι ηγεμονικές δυνάμεις ή οι ποικιλόχρωμοι διεθνικοί χρηματοδότες προορίζουν μόνο για κοινωνίες-στόχους τους (βλ. πιάνω θέσεις για τους αμερικανικούς σκοπούς όσον αφορά τους «κριτικούς»).

Σπρώχνοντας στα πιο στοχαστικά ακραία και πολιτικά επικίνδυνα όρια μερικές σκέψεις υποπροϊόντα της «σχολής της Φραγκφούρτης»και των πιο ακραίων «μεταεθνικών» υποπροϊόντων της, θέλουν να διευρύνουν τις αποδομητικές δραστηριότητές τους για να συμπεριλάβουν τα ελληνικά σχολεία και πανεπιστήμια (για τα τελευταία ίσως είναι πια αργά).

Ακόμη και για ένα ελάχιστα πληροφορημένο για αυτές τις οριακές τάσεις στην διεθνή βιβλιογραφία, είναι σαφές πως ότι λένε, ότι γράφουν και ανεξαρτήτως ωραιοποιητικών ή επιστημονικών μεταμφιέσεων, οδηγεί ευθέως, στην υπονόμευση των ιστορικών εθνικών συνειδήσεων, στην αμφισβήτηση της διϋποκειμενικής ιστορικής γνώσης, στην συγγραφή αποδομητικών ιστορικών αφηγήσεων που εξομοιώνουν θύτες και θύματα και στην εν γένει αποδόμηση των εθνικών-κρατικών δομών («εθνοκεντρικών» τις ονομάζουν, υποτιμητικά).

Εδώ, ακριβώς, είναι σημαντικό να τονιστεί πως ενδιαφέρουν όχι οι προθέσεις ή τα ελάχιστα διαφανή ωφελήματα των διεθνικών χρηματοδοτήσεων (αυτό ας το ψάξουν όσοι ενδιαφέρονται αρμοδίως) αλλά η υπερβολική, ακραία και άκρως αμφιλεγόμενη πορεία των κοινωνικών επιστημών και ιδιαίτερα η ιστοριογραφία στα Βαλκάνια.   

Οι ημέτεροι Βαλκάνιοι «κριτικοί», κινούμενοι βασικά εκτός ορίων της διεθνούς βιβλιογραφίας και «νομιμοποιώντας» αυτοαναφορικά τις περιθωριακές τους απόψεις, βασικά διατείνονται δημοσίως πως δικαιούνται, δήθεν, να πετάνε στα σκουπίδια κώδικες και δεοντολογίες επιστημονικής ουδετερότητας και την υποχρέωση ακριβούς περιγραφής. Σχεδόν σε κανένα κείμενο από τα χιλιάδες που διαβάσαμε της κριτικής βιβλιογραφίας δεν διακρίναμε μια τέτοια στάση. Γι’ αυτό, δεν εκπλήττει η προπέτεια με την οποία δηλώνεται πως είναι στρατευμένοι στην εκπλήρωση συγκεκριμένων πολιτικών σκοπών (που όλως περιέργως κάποιοι δυτικοί διεθνοεθνικιστικές αν και θα το θεωρούσαν ως εγκληματικό για την δική τους χώρα για τα «κράτη-στόχους» το θεωρούν ως αναγκαίο πνευματικό κουτόχορτο για τους ιθαγενείς υποψήφια θύματα των ηγεμονικών αξιώσεων).

          Η «τέταρτη τάση» που μόλις σκιαγραφήσαμε, δηλαδή η πιο ακραία, εξτρεμιστική και επιστημονικά-πολιτικά επικίνδυνη αντίληψη της ούτως ή άλλως αμφιλεγόμενης «κριτικής» θεώρησης, φαίνεται πως τελικά ευδοκίμησε σε κάποιες βαλκανικές χώρες (στην Ρωσία οι ΜΚΟ που την έθρεφαν με αμερικανικά κονδύλια και λεφτά του Σόρος ελέγχθηκαν νομοθετικά). Στο επιστημονικό τέλμα που οδηγεί φαίνεται πως διολισθαίνουν –συνειδητά ή ανεπίγνωστα, είναι επιστημονικά αδιάφορο– οι πλείστοι έλληνες «κριτικοί».

Ακόμη, συνεκτιμώντας όλους τους παράγοντες αυτού του ιδιόμορφου φαινομένου, βλέπουμε ότι στα Βαλκάνια και ιδιαίτερα στην Ελλάδα, ενώνονται νήματα κλασικού αναρχισμού, ηγεμονικού νεοφιλελευθερισμού, παρωχημένου διεθνισμού, αφελούς κοσμοπολιτισμού και διεθνοαναρχικού «σορισμού». Η άγνοια της πολιτικής ηγεσίας και των υπόλοιπων διανοουμένων (και των δημοσιογράφων) για τον πραγματικό χαρακτήρα αυτών των παρακμιακών φαινομένων οδηγεί σε περαιτέρω εκτροχιασμό του ελληνικού δημόσιου διαλόγου. Δημιουργεί κινδύνους, επίσης, μετατροπής των μαθητών σε πνευματικό σκουπιδοτενεκέ ακραίων και εξτρεμιστικών «κριτικών» απόψεων που καμιά σχέση δεν έχουν με την ειρήνη και την σταθερότητα στις διεθνείς σχέσεις. Ούτε καμιά σχέση έχουν, βεβαίως, με βάσιμες επιστημονικές θεωρήσεις που κυριαρχούν στην διεθνή βιβλιογραφία (συμπεριλαμβανομένων των «κριτικών»).  

 Για να το θέσουμε με απλά λόγια: ημιμαθή αναμασήματα των πιο ακραίων ξένων παρακμασμένων (και οριακών στις κοινωνικές επιστήμες) τάσεων οδηγούν κάποιους στην Ελλάδα σε ακρότητες και επικλήσεις επιστημονικών τίτλων για εκπλήρωση πολιτικών σκοπώ. Το αποτέλεσμα είναι μια απίστευτη οχλαγωγία που δεν τιμά τον δημόσιο και επιστημονικό διάλογο στην Ελλάδα (μερικοί διευθυντές εφημερίδων, πάντως, φέρουν την κύρια πολιτική ευθύνη όταν φιλοξενούν δέκατης ή εικοστής κατηγορίες ιδεολογήματα και τα θεωρήματα).

 5. Περί ιστορικών μύθων και οι «κριτικοί» μυθολόγοι. Ένα άλλο ανησυχητικό φαινόμενο είναι η πνευματική προπέτεια κάποιων όταν, φαινομενικά τουλάχιστον συντονισμένα, χρησιμοποιούν τον επιστημονικό τους μανδύα για να εξευτελίσουν καίριους, βάσιμους και σημαντικούς επιστημονικούς όρους και έννοιες. Θλίβει αν σε μια χώρα που πληρώνει τεράστια ποσά για την ύπαρξη πανεπιστημιακών τμημάτων κοινωνικών επιστημών, αυτά διολισθαίνουν στην πιο ακραία εκδοχή αποδομητικής «κριτικής» προπαγάνδας. Γι’ αυτό όλοι είναι υποχρεωμένοι να υποστηρίξουν όχι μόνο τα επιστημονικά αυτονόητα και πασίγνωστα αλλά επίσης και τα λογικά και πασίδηλα.

 Καταντήσαμε να ακούμε τηλεοπτικούς διαπληκτισμούς όταν κάποιοι επικαλούνται συμβατικούς επιστημονικούς τίτλους («ιστορικού», «διεθνολόγου» κτλ) ως αμάχητο δήθεν κριτήριο επιστημονικής εγκυρότητας, με πασίδηλο σκοπό να μεταμφιέσουν αποδομητική «κριτική» πολιτική προπαγάνδα και να κατεδαφίσουν την διϋποκειμενική ιστορική γνώση. Δηλαδή, την ιστορική αφήγηση κάθε κοινωνίας για τους αγώνες ελευθεριας των προγόνων της που περιγράφει καλύτερα –και κυρίως ακριβέστερα– από κάθε φορέα επιστημονικών τίτλων, τις κινητήριες διαμορφωτικές δυνάμεις της ιστορίας, τον διαμορφωτικό χαρακτήρα των αγώνων ελευθερίας, τον δυναστικό χαρακτήρα των δυναστικών αυτοκρατορικών γεγονότων, τον φασιστοειδή χαρακτήρα των ηγεμονισμών όλων των εποχών, τη σημασία της λαϊκής αντίστασης κατά των ηγεμονισμών και τους κινδύνους για την αξιοπρεπή επιβίωση μιας σημερινής κοινωνίας από τα αίτια πολέμου που σχετίζονται με το ιστορικό γίγνεσθαι.

Ασφαλώς, το ζήτημα «μύθος», «κοινωνικό φαντασιακό» και λαϊκή ιστορική αφήγηση στην ιστοριογραφία, εν γένει, είναι μεγάλο. Εδώ μπορούν να γίνουν μόνο κάποιες νύξεις χωρίς να εξαντλείται το μεγάλο αυτό επιστημονικό και επιστημολογικό ζήτημα.

 Προκαλεί θλίψη η ισοπέδωση όρων και εννοιών οι οποίοι αν και στην ιστοριογραφία έχουν συγκεκριμένο νόημα που αποδέχονται όλοι οι καλοί ιστορικοί του κόσμου για τους έλληνες πρωταθλητές των τηλεοπτικών και επιφυλλιδογραφικών διαπληκτισμών γίνονται αντικείμενο «κριτικής» πολιτικής προπαγάνδας. Έτσι, για παράδειγμα, με άλματα συλλογισμών που θα θαύμαζε και ο γκέμπελ ταυτίζονται, μεταξύ άλλων, οι έννοιες «μύθος» με το «μυθολόγημα», το «κοινωνικό φαντασιακό» με την «φαντασιοπληξία» και η αυτοδίκαιη ελεύθερη άσκηση αυτοδιάθεσης στο εσωτερικό μιας κυρίαρχης κοινωνίας όταν καλλιεργεί τις «παραδόσεις» της και τον «πολιτισμό» της με την «προγονοπληξία».

Ισοπεδωτικές εξομοιώσεις όπως αυτές αποτελούν επιτήδεια ιστοριογραφική τσαρλατανιά που μόνο πολιτική προπαγάνδα μπορεί να εξυπηρετήσει και όχι την επιστημονική ιστοριογραφία ή ευρύτερα την επιστήμη. Με κίνδυνο να υπεραπλουστεύσω, λόγω χώρου, επισημαίνω ότι τα ζητήματα των «μύθων» και του «κοινωνικού φαντασιακού» θέτουν επιστημολογικά και ιστοριογραφικά ζητήματα που δεν μπορούν να ισοπεδώνονται για να εξυπηρετούνται οι ανάγκες της μιας ή της άλλης επιστημονικά μεταμφιεσμένης «κριτικής» πολιτικής μονομέρειας.

Συντομογραφικά, αναφέρεται ότι η μυθική ιστορική αφήγηση δεν εξομοιώνεται με την συμβατική λέξη «παραμύθια» ή κατ’ ανάγκη με το εξωπραγματικό, το μεταφυσικά προσδιορισμένο και το ιστορικά αναληθές. Σε κάποιο τουλάχιστον σημαντικό βαθμό, αποτελεί συστατικό στοιχείο των συλλογικών κοσμοεικόνων που η καλή ιστοριογραφία διερευνά με σοβαρότητα και όχι περιπαικτικά και υβριστικά. Οπωσδήποτε, όσον αφορά την διυποκειμενική ιστορική αφήγηση κάθε λαού δεν την πετάς στα σκουπίδια αλλά την συνεκτιμάς δεόντως σε αναφορά με πραγματολογικά επαληθευμένες ιστορικές συνθήκες, με τις βαθύτερες πνευματικές και αισθητές κινητήριες δυνάμεις του ιστορικού γίγνεσθαι και με τα κύρια διαμορφωτικά ιστορικά γεγονότα. Για παράδειγμα:

α) Πιθανές υπερβολές της διϋποκειμενικής ιστορικής αφήγησης τις συνεκτιμάς με τις πραγματολογικά επαληθευμένες συνθήκες τη εκάστοτε ιστορικής συγκυρίας (που μπορεί κάτω από τις ιστορικές συνθήκες της συγκυρίες αυτής να μην ήταν ουσιαστικές υπερβολές ή ούτε καν υπερβολές). Υπερβολές ή οι με σημερινούς όρους μη αληθοφανείς λαϊκές αφηγήσεις δυνατό να συμβολίζουν όχι ιστορικές αναλήθειες αλλά την λαϊκή αντίσταση σε χαλεπούς καιρούς και υπό το πρίσμα του ιστορικού γεγονότος πως πολλές κοινωνίες επιβίωσαν ως διακριτές οντότητες επί πολλούς αιώνες και ενάντια στις γενοκτονίες, στις εθνοκαθάρσεις και στις αφομοιωτικές πρακτικές. Μηδενισμός αυτής της λαϊκής αφήγησης δεν μπορεί παρά να οδηγεί σε απονεύρωση της διαμορφωτικής ιστορικής μνήμης μιας κοινωνίας.

β) Συνεκτιμάς τις διάφορες πτυχές της διϋποκειμενικής ιστορικής αφήγησης, επίσης, όταν εμφανίζει ήρωες της ελευθερίας ως σχεδόν υπεράνθρωπους και που τείνει να καθαγιάζει τα ατομικά ελαττώματά τους υπό το πρίσμα των (ηθικά αμάχητων) αγώνων ελευθερίας που συνέτριψαν δυναστικές αυτοκρατορίες υπέρτερης ισχύος. Μηδενίζοντας αυτές τις πτυχές μηδενίζεις τα αίτια στα οποία οφείλεται η  σημερινή εθνική ανεξαρτησία. Την τελευταία, πάντως, αντιπαθεί κάθε συνεπής «κριτικός» (γι’ αυτό ο συνεπής «κριτικός» μάλλον θα θεωρήσει την κριτική μας κομπλιμέντο).

γ) Συνεκτιμάς, επιπλέον, τα αίτια στα οποία οφείλεται η ένταση με την οποία οι λαοί ενθυμούνται το ιστορικό τους παρελθόν, τα αίτια στα οποία οφείλεται η προσκόλληση σε κάποια πρότυπα (όχι «στερεότυπα») ηρωικών κατορθωμάτων και την σχέση παρελθόντων γεγονότων με σύγχρονες κοσμοεικόνες «εχθρών και φίλων». «Εχθρών και φίλων», οι οποίοι αν και για κάποιους εγγενείς γεωγραφικούς και ανθρωπολογικούς λόγους εναλλάσσονται, σχετίζονται, εν τούτοις, με συγκεκριμένες εκδηλώσεις ηγεμονικών αξιώσεων εκ μέρους «Άλλων». Σχετίζονται, επιπλέον, με τον τρόπο που διαχρονικά οι κοινωνίες και ηγεσίες αυτών των «Άλλων» αξιώνουν ηγεμονία, παραβιάζουν τις διεθνείς συνθήκες και το διεθνές δίκαιο και περιφρονούν τις πρόνοιες των διεθνών θεσμών. Μηδενίζοντας αυτές τις πτυχές, αφοπλίζεις ψυχικά και συνειδησιακά τις φιλειρηνικές κοινωνίες αφήνοντάς της έρμαιο στις αξιώσεις συρρίκνωσής της [Η μη επέκταση των χωρικών υδάτων στο Αιγαίο βάση του διεθνούς δικαίου δεν είναι συρρίκνωση; Το σχέδιο Αναν δεν ήταν συρρίκνωση της ελευθερίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων; Η απώλεια της Θράκης που οι Τούρκοι εμφανίζουν ως Τουρκική επαρχία δεν θα είναι συρρίκνωση;]

δ) Συνεκτιμάς επίσης την λαϊκή επιθυμία να διαφυλάξει την διϋποκειμενική ιστορική αφήγηση για τους αγώνες ελευθερίας υπό το πρίσμα του ευρύτερου συγχρόνου διεθνούς συστήματος όπως αυτό προέκυψε μέσα από το διυποκειμενικά γνωστό ιστορικό γίγνεσθαι των τελευταίων αιώνων. Δεν μας προξενεί εντύπωση ότι οι ίδιοι κριτικοί και οι υποστηρικτές τους μετά το 1990 εκτέθηκαν και πάλιν γράφοντας πως επέρχεται ένας περίπου ανθόσπαρτος διεθνής βίος. Οι κοινωνίες και πάλιν γνωρίζουν καλύτερα από αυτούς τι συμβαίνει γύρω τους. Δηλαδή, ότι το διεθνές σύστημα είναι ένα εξαιρετικά ανταγωνιστικό, συχνά εχθρικό και πολύ συχνά επικίνδυνο περιβάλλον. Επίσης, ότι το διεθνές σύστημα ενέχει εγγενή χαρακτηριστικά: 1) Προέκυψε μέσα από αγώνες ελευθερίας σχετικά πρόσφατους. 2) Είναι πλήρες αιτιών πολέμου τα οποία σχετίζονται με αυτούς τους αγώνες ελευθερίας και το «παράπονο» των διαδόχων κρατών των δυναστικών αυτοκρατοριών ότι έχασαν τις δυναστικές αξιώσεις τους. 3) Χαρακτηρίζεται από ηγεμονικές αξιώσεις φορείς των οποίων «όλως περιέργως» είναι τα διάδοχα κράτη πρώην δυναστικών αυτοκρατοριών. Και 4) είναι γεμάτο απειλές, κινδύνους για την συλλογική επιβίωση, για την εσωτερική-εξωτερική κυριαρχία και την αξίωση μιας λιγότερο ισχυρής κοινωνίας για αξιοπρέπεια και ανεπηρέαστη απόλαυση της συλλογικής πολιτισμικής και πολιτικής ετερότητάς της. Μηδενίζοντας τέτοιες ενστικτώδεις λαϊκές συμπεριφορές μηδενίζεις τις αντιστάσεις κατά των ηγεμονικών αξιώσεων. Ακόμη και γνωστικά νήπια γνωρίζουν ότι οι «κριτικοί» συνειδητά ή ανεπίγνωστα μόνο ένα τέτοιο αποκρουστικό ρόλο μπορούν να διαδραματίσουν. Ακόμη και νήπια γνωρίζουν ότι η αποδόμηση μίας ή δύο κοινωνιών δεν θα αλλάξουν τις απρόσεκτες κοινωνίες παρά μόνο θα τις καταστήσουν εύκολη λεία των ηγεμονικών αξιώσεων. 

Όσον αφορά τουλάχιστον τις κινητήριες διαμορφωτικές δυνάμεις της ιστορίας η διϋποκειμενική ιστορική γνώση είναι αλάνθαστη και συνήθως απόλυτα ακριβής. Εντούτοις, εάν και όταν (κατ’ εξαίρεση) η ιστορική αφήγηση διογκώνει κάποιες συγκεκριμένες πτυχές (και τις ανάγκες της η κοινωνία τις γνωρίζει καλύτερα από τους «κριτικούς» μυθογράφους), αυτό δεν είναι άσχετο με την ακριβή ιστορική πραγματικότητα και τα πραγματικά ιστορικά γεγονότα. Μάλλον φωτίζει την ιστορική πραγματικότητα παρά την παραποιεί. Η λαϊκή διϋποκειμενική γνώση είναι σε κάθε περίπτωση η ακριβέστερη περιγραφή των μεγάλων διαμορφωτικών γεγονότων. Απεικονίζει επακριβώς και ενσαρκώνει στην συλλογική συνείδηση τις συγκυριακές ιστορικές συνθήκες μεγάλων διαμορφωτικών ιστορικών γεγονότων, περιγράφει τον πραγματικό χαρακτήρα της σύγκρουσης των αξιώσεων ελευθερίας με τις κατεξουσιαστικές αξιώσεις και εκφράζει αληθινά και παραστατικά τον πραγματικό χαρακτήρα του διλήμματος «ελευθερία ή θάνατος». Ανάλογη ιστορική αφήγηση έχουν όλες οι ζωντανές κοινωνίες τα μέλη της οποίας «θυμούνται» τις ιστορικές στιγμές και τα πραγματικά-αληθή γεγονότα που τους έφεραν την ελευθερία ή τα λάθη που τους προκάλεσαν απώλειες. Οι μεγάλες μορφές αυτών των στιγμών, εξάλλου, ήταν άτομα όπως όλα τα άλλα. Ως αγωνιστές της ελευθερίας, όμως, υπερβαίνουν τις συνήθεις ανθρώπινες δυνατότητες μιας και συντρίβουν απείρως υπέρτερους αντιπάλους. Όταν το πετύχουν, εκπληρώνουν τον ηθικά αμάχητο σκοπό της επιβίωσης και απελευθέρωσης μιας κοινωνίας. Αν και όχι υπεράνθρωποι (με την μεταφυσική έννοια του όρου) υπερβαίνουν εντούτοις τις συνηθισμένες ανθρώπινες δυνατότητες, γεγονός που ασθενείς ψυχές αδυνατούν να κατανοήσουν.

Για παράδειγμα: Ακόμη, έστω και αν δεν υπήρχε κάποιο υπόγειο καταφύγιο (αν και μάλλον βεβαιώνεται ότι υπήρχε όχι ένα αλλά πολλά, πλην όμως αυτό είναι ιστοριογραφικά αδιάφορο), η ιστορική κοσμοεικόνα του «κρυφού σχολειού» αποτελεί διϋποκειμενική ιστορική αφήγηση που περιγράφει τον ρόλο του κλήρου στην πνευματική συντήρηση των κατοίκων μιας υπόδουλης περιοχής στην Ελλάδα και μιας κοινωνίας που αγωνιζόταν να συντηρήσει τις παραδόσεις της, τον πολιτισμό της, τις θρησκείες της και την ίδια την ύπαρξή της. Η ανακάλυψη κάποιου υπόγειου καταφυγίου (που μάλλον δεν θα έχει ταμπέλα με τίτλο «κρυφό σχολειό») δεν θα αποτελέσει κάποια μεγάλη ανακάλυψη. Απλά θα επιβεβαιώσει κάτι που είναι στην λαϊκή μνήμη ζωντανό γιατί ακριβώς ήταν ιστορικά αληθές και πραγματικό.

 Είναι λοιπόν ένα πράγμα η διόρθωση κάποιων ιστορικών ανακριβειών (αποτελεί ύβρη ο ισχυρισμός πως κάποιοι ζητούν να μην γίνεται αυτό) και άλλο: α) η εξομοίωση του θύτη με το θύμα, β) η εξομοίωση των φασιστοειδών αυτοκρατορικών αξιώσεων με το τις αξιώσεις ελευθερίας, γ) η εξομοίωση του αίματος των αγωνιστών της ελευθερίας με το αίμα των στρατιωτών του δυνάστη, δ) η εξομοίωση των αταξιών κάποιων στρατιωτών σε μια μάχη με την γενοκτονία των ελλήνων μικρασιατών και ε) ο μηδενισμός της ζωντανής διυποκειμενικής ιστορικής μνήμης που αποτελεί ενδεχομένως και την ακριβέστερη ιστορική αφήγηση για το ιστορικό γίγνεσθαι (μπροστά στην οποία οι ιστορικοί έχουν χρέος να γονατίζουν και να συνεκτιμούν δεόντως)

 Μπορεί βεβαίως η παρακμή μιας κοινωνίας να οδηγήσει στην εφήμερη επικράτηση κάποιων «κριτικών» ιδεολογημάτων και θεωρημάτων σε κάποια σχολικά βιβλία. Ελάχιστα θα επηρεάσει το ιστορικό γίγνεσθαι (μάλιστα προς την αντίθετη κατεύθυνση από αυτή που διακαώς επιθυμούν οι αποδομηστές «κριτικοί») και ασφαλώς διόλου δεν θα επηρεάσει την ιστορική αλήθεια που κάποιοι πάντα θα ξέρουν και πάντα θα καλλιεργούν.

Η ιστορική αλήθεια για το ιστορικό γίγνεσθαι και τους εκάστοτε εχθρούς και φίλους δεν ξεχνιέται και δεν αποδομήται. Αυτό γιατί σχετίζεται με διαχρονική διαμόρφωση μιας ζωντανής κοινωνίας, τις διαιωνιζόμενες από γενιά σε γενιά ιστορικές της μνήμες για τα αληθινά ιστορικά γεγονότα, τις διαχρονικά καταμαρτυρούμενες ιστορικές ρίζες και τις απτές σύγχρονες ανάγκες μιας φιλειρηνικής κοινωνίας για συλλογική αυτογνωσία. Δεν είναι τυχαίο ότι η επιστημονικά μεταμφιεσμένη «κριτική» πολιτική προπαγάνδα που επιχειρεί να αποδομήσει την αλάνθαστη διϋποκειμενική ιστορική γνώση επιχειρεί ταυτόχρονα να αποδομήσει πασίδηλες και πολιτικά-νομικά τεκμηριωμένες αναθεωρητικές και ηγεμονικές απειλές κατά του συγχρόνου ελληνικού κράτους και κατά του κατεχόμενου και απειλούμενου κυπριακού κράτους.

 

-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------

 

Παναγιώτης Ήφαιστος,

Καθηγητής

Διεθνείς Σχέσεις-Στρατηγικές Σπουδές, Έδρα Jean Monnet, Ευρωπαϊκή Πολιτική Ολοκλήρωση, Πάντειον Παν/μιο

www.ifestos.edu.gr, www.ifestosedu.gr  -  info@ifestos.edu.gr, info@ifestosedu.gr

-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Γενική τοποθέτηση για την διαμάχη αναφορικά με τα βιβλία της ιστορίας. Ο όρος «σόροι, σοράκια και κοράκια»

(Αναρτημένο στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.ifestos.edu.gr/60.htm)

Η διαμάχη για τα βιβλία της ιστορίας δεν αφορά ένα ζήτημα που ανέκυψε το 2007. Αν ανατρέξει σε σημειώματα του υποφαινόμενου των τελευταίων ετών θα διαπιστώσει ότι όπως και μερικοί άλλοι εξέφραζε έντονες αντιρρήσεις για συγκεκριμένα φαινόμενα:

Πρώτον, το γεγονός ότι οι κοινωνικές επιστήμες διολισθαίνουν ολοένα και περισσότερο στην πολιτική προπαγάνδα αντί στην επιστημονική έρευνα υπό το πρίσμα της αναγκαίας και μη εξαιρετέας αξιολογικής ελευθερίας («Αξιολογικής ελευθερίας», με την ευρύτερη έννοια του όρου, δηλαδή την δεοντολογική υποχρέωση του ακαδημαϊκού να κατατείνει στην πλήρη αντικειμενικότητα και στην ακριβή περιγραφή αντί στο αντίστροφο, δηλαδή, την επιλεκτικότητα, την μεροληψία, την μεταμφιεσμένη έκφραση υποκειμενικών απόψεων και την ακόμη χειρότερη επιτήδεια-εξεζητημένη ακαδημαϊκή μεταμφίεση ιδεολογικοπολιτικών προσταγμάτων της καθημερινής παραταξιακής και διακρατικής διαμάχης).

Δεύτερον, έντονες και αιτιολογημένες αντιρρήσεις, επίσης, εκφράστηκαν επανειλημμένα για το γεγονός ότι αφενός αυτές οι τάσεις διαπλέκονται με ακόμη πιο ανησυχητικές αντίστοιχες διεθνοπολιτικές-εξωπολιτικές διεθνικές τάσεις. Συγκεκριμένα, αντί, όπως θα ανέμενε κανείς, οι ακαδημαϊκοί να είναι απόλυτα προσηλωμένοι στα ακαδημαϊκά τους καθήκοντα τα οποία δεοντολογικά και κατά νόμο είναι υποχρεωμένοι να υπηρετούν ασκητικά και αφοσιωμένα, συχνά, φαίνεται πως η κύρια δραστηριότητά κάποιων είναι διεθνικές-εξωπολιτικές διεθνικές ιδεολογικοπολιτικές δραστηριότητες αμφιβόλου επιστημονικού χαρακτήρα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, κάθε επιστήμονας ενδείκνυται να συμμετέχει σε διεθνή συνέδρια και να συνεισφέρει με έργα στην διεθνή βιβλιογραφία [Σημείωση: Αν και ο υποφαινόμενος έχει χιλιάδες σελίδες ξενόγλωσσων δημοσιεύσεων, δεν μπορώ παρά να εκφράσω την δυσφορία μου για μια αξιοπερίεργη αντίληψη μοναδικά ελληνική. Συγκεκριμένα, θεωρείται ως θέσφατο επιστημονικής προόδου απλά και μόνο το γεγονός υποβολής ξενόγλωσσων κειμένων. Κρίνεται –και η εμπειρία μου αυτό δείχνει– μια δημοσίευση, όχι από το καθαυτό επιστημονικό περιεχόμενο του κειμένου αλλά από την γλώσσα στην οποία είναι γραμμένο. Αυτό διευκολύνει τερατώδεις στρεβλώσεις μιας και στρατευμένοι ομοϊδεάτες αναμενόμενα αλληλοβοηθούνται με αποτέλεσμα να παρακάμπτουν επιτήδεια την ανάγκη ένα κείμενο να είναι πρωτότυπο, επιστημονικά ουσιαστικό και τεκμηριωμένο. Ακόμη και ημιμαθή αναμασήματα τρίτης και τέταρτης κατηγορίας πνευματικών καταλοίπων μπορεί να θεωρηθεί σημαντική αν η γλώσσα είναι ξένη]. Ο ακαδημαϊκός, αν και υποχρεωμένος να επιδιώκει συμμετοχή σε συνέδρια, όλοι γνωρίζουμε ότι ελάχιστα είναι τα αμιγώς επιστημονικά συνέδρια. Η συνήθης παρασιτική πρακτική είναι κοινωνικοπολιτικές συναντήσεις αναψυχής που βαφτίζονται ως συνέδρια.

Τρίτον και συναφές, κάθε ακαδημαϊκός που είναι αφοσιωμένος στο καθήκον του είναι εύλογο να ανησυχήσει όταν οι διεθνικές δραστηριότητες των ακαδημαϊκών δεν αποτελούν πλέον αυτό που θα ανέμενε κανείς, δηλαδή αυστηρά επιστημονικού χαρακτήρα δραστηριότητα, αλλά διεθνική εξωπολιτική δράση. [Σκοπός, δηλώθηκε, είναι «να μην ρέει αίμα η ιστορία» και (τα ιστοριογραφήματα) «να συμβάλλουν στην διαμόρφωση πολιτικών θέσεων εξωτερικής πολιτικής». Διάβαζε: «θέσεων» συμβατών με κάποια ηγεμονικής έμπνευσης εφήμερα ιδεολογήματα και θεωρήματα «μαλακής ισχύος».]  Όπως υποστηρίζω αιτιολογημένα σε άλλη περίπτωση, η Πολιτική δράση για να είναι συμβατή με τον πολιτικό πολιτισμό των ενδοκρατικών και διακρατικών σχέσεων, απαιτείται να είναι κοινωνικοπολιτικά ενταγμένη. Κοινωνικοπολιτικά ενταγμένη, με την έννοια ότι υπόκειται σε κοινωνικούς ελέγχους, κοινωνικοπολιτικές εξισορροπήσεις και θεσμικούς ελέγχους. Μια πολιτική δράση απαιτείται να είναι είτε ενδοκρατικά-κοινωνικοπολιτικά ενταγμένη ή τουλάχιστον διαφανής και υπό την αίρεση ελέγχων του διακρατικού θεσμικού συστήματος. Όταν η πολιτική δράση εκφεύγει αυτών των ορίων –και ταυτόχρονα είναι επιστημονικά μεταμφιεσμένη– είναι, εν δυνάμει, αντικοινωνική δράση, η οποία ενδέχεται να βλάψει την ενδοκρατική και διακρατική ζωή. Ίσαμε τις ακραίες συνέπειες αυτών των φαινομένων και επί της αρχής, οι μεγαλομανείς εξωπολιτικές επιδιώξεις ενός κερδοσκόπου Σόρος δεν διαφέρουν από ενός διεθνικού τρομοκράτη όπως ο Μπιν Λάντεν. Είναι ένα πράγμα, λοιπόν, οι ουσιαστικές-πραγματικές επιστημονικές δραστηριότητες και άλλο οι κοινωνικοπολιτικά ανεξέλεγκτες διεθνικές πολιτικές δράσεις.

Τέταρτον, όπως έχει επίσης αναλυθεί εκτεταμένα και αιτιολογημένα σε άλλη περίπτωση, οι κοινωνικές επιστήμες, σε σύγκριση με ένα οποιοδήποτε άλλο πεδίο επιστημονικής δραστηριότητας, είναι το πλέον τρωτό επιστημονικό πεδίο. Ιδιαίτερα στο επίπεδο της διεθνούς πολιτικής, απαιτούνται στοιχειώδεις μόνο γνώσεις για να γνωρίζει κανείς το πραγματολογικά επαληθευμένο γεγονός πως οι κυβερνήσεις των ηγεμονικών δυνάμεων εδώ και πολλές δεκαετίες επιδιώκουν να χρησιμοποιήσουν τους κοινωνικούς επιστήμονες ως εργαλείο «μαλακής ισχύος» των εθνικών τους στρατηγικών. Εδώ, σημειώνεται μόνο πως αυτός ο γνωστός και υπαρκτός κίνδυνος διαφθοράς της επιστημονικής δραστηριότητας –δηλαδή ουσιαστικά η συνειδητή ή ανεπίγνωστη στράτευσή στις διεθνοπολιτικές επιδιώξεις εξωπολιτικών άνομων και καταχρηστικών συμφερόντων– αποτελεί θανατηφόρο δηλητήριο για τις κοινωνικές επιστήμες που τις καθιστά κοινωνικοπολιτικά άχρηστες και επικίνδυνες. Το ζήτημα της «μαλακής ισχύος» είναι γνωστό κυρίως στους ειδικούς διεθνολόγους. Εσχάτως, εν τούτοις, έγινε ευρύτερα γνωστό λόγω των δραστηριοτήτων τόσο της αμερικανικής κυβέρνησης όσο και διεθνικών δρώντων όπως ο κερδοσκόπος Σόρος. Ο τελευταίος, είναι δεδηλωμένα μεγαλομανής [«Σόρος: «Ναι διαθέτω εξωτερική πολιτική, Θέλω να γίνω η συνείδηση του Πλανήτη»]. Τα τεράστια κονδύλια που είναι προιόντα κερδοσκοπικών δραστηριοτήτων, εξάλλου, συχνά διαφθείρουν την διεθνή πολιτική, και τελικά, δυστυχώς και την ακαδημαϊκή διαδικασία. Φαινόμενα όπως αυτά που σχετίζονται με τις πολιτικές δραστηριότητες του Σόρος διαφθείρουν την διεθνή πολιτική, σέρνουν στον χορό της προπαγάνδας χιλιάδες νέους που ανυποψίαστοι συμμετέχουν στα «πανεπιστήμιά» του (και στα κατά χώρα ποικιλόχρωμα συνεργαζόμενα «ιδρύματα»). Είναι επίσης πασίγνωστο ότι επηρεάζει την πολιτική μικρότερων κρατών στην περιφέρεια της Ελλάδας (αλλά και ευρύτερα) αλλά και για το γεγονός πως οι ρευστές διασυνδέσεις του με διάφορες «υπηρεσίες», πολιτικούς ηγέτες και διεθνικούς δρώντες είναι ένα διεθνοπολιτικό αίνιγμα. Αίνιγμα, το οποίο πολλοί πολιτικοί επιστήμονες ήδη εξετάζουν ως ένα από τα μεγαλύτερα ζητήματα διαφθοράς της ενδοκρατικής και διακρατικής ζωής (λόγω, ακριβώς, του εξωπολιτικού χαρακτήρα αυτών των δραστηριοτήτων).

Πέμπτον, η φράση «σόροι, σοράκια  και κοράκια» που έχω πλέον καθιερώσει και που θα αναλύω ολοένα και βαθύτερα (από την ακαδημαϊκή βεβαίως σκοπιά), αφορά ακριβώς τα προαναφερθέντα εξωπολιτικά διεθνικά φαινόμενα ίσαμε τα ακραία τους όρια. Δηλαδή: Την εισροή ανορθολογικών εξωπολιτικών κριτηρίων στην ενδοκρατική και διακρατική ζωή αλλά, πλέον, και στην ακαδημαϊκή ζωή. Υπάρχει κάτι, βεβαίως, το οποίο δεν μπορεί να αμφισβητηθεί με λογικούς όρους: Διεθνικοί δρώντες όπως ο Σόρος ή και άλλοι πολύ χειρότεροι βρίσκονται πλέον ανοικτά πίσω από διοργανώσεις, θεσμικές συναρθρώσεις, πλουσιοπάροχες χρηματοδοτήσεις και άλλες συναφείς δραστηριότητες που (κυριολεκτικά) αχρηστεύουν μερικές επιστημονικές δραστηριότητες καθιστώντας τες συχνά επιστημονικά μεταμφιεσμένες εξωπολιτικές και εξωκοινωνικές δράσεις. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι το ζήτημα που τίθεται δεν είναι βαθμίδας αλλά αρχής. Είναι ζήτημα δεοντολογίας, επιστημονικής οντολογίας, ακαδημαϊκών κωδίκων και βαθύτερων προβληματισμών για την αποστολή των κοινωνικών επιστημών. Ακόμη, σημειώνεται ότι το γεγονός ότι ο εκτροχιασμός των κοινωνικών επιστημών ωφελεί κυρίως άνομα και καταχρηστικά ηγεμονικά συμφέροντα ή διεθνικούς δρώντες είναι η μια πλευρά του ζητήματος και αφορά κυρίως την πολιτική ηγεσία και τις κοινωνίες των λιγότερο ισχυρών κρατών. Η άλλη πλευρά είναι το γεγονός ότι οδηγεί τις ανθρωπιστικές επιστήμες στον στοχαστικό θάνατο και στην κοινωνική αχρηστία.

Έκτον, ιδιαίτερα όσον αφορά τις τελευταίες επισημάνσεις, είναι σημαντικό να κατανοήσουμε την αποστολή, τον ρόλο και τους κινδύνους που υποβόσκουν κάτω από το προνόμιο της ακαδημαϊκής ελευθερίας που δίνεται στους ακαδημαϊκούς. Αυτό το προνόμιο προϋποθέτει υψηλό αίσθημα ευθύνης για το ακαδημαϊκό λειτούργημα, αυστηρή προσήλωση στα ακαδημαϊκά καθήκοντα, αδιάφθορο και ιδεολογικοπολιτικά ανεπηρέαστο στοχασμό και εθελούσια αποχή από συναναστροφές και συμπεριφορές που υπονομεύουν αυτό τον υψηλό κοινωνικό ρόλο.

Τέλος αλλά όχι το τελευταίο που θα μπορούσε να τονιστεί, είναι το εξής: Μας αφήνει παγερά αδιάφορους το αστείο επιχείρημα ότι στις διεθνοπολιτικές εξωπολιτικές δραστηριότητες όσων συναγελάζονται διεθνή υποκείμενα όπως ο κερδοσκόπος Σόρος συμμετέχουν τράπεζες, διεθνείς θεσμοί και κατά τα άλλα ενδεχομένως ανυποψίαστοι επιχειρηματίες υπερατλαντικών αναψυκτικών ή άλλων προϊόντων. Τέτοια χρηματοδοτικά ή άλλα παρακολουθήματα εξ αντικειμένου έπονται των αρχικών διεθνικών πρωτοβουλιών των διοργανωτών και εξ αντικειμένου δεν τυγχάνουν κοινωνικοπολιτικών ελέγχων. Ουσιαστικά, οι κοινωνικοπολιτικοί έλεγχοι εξαφανίζονται εκ προοιμίου μιας και ο καθείς ενδέχεται να παρασυρθεί στην υποστήριξη ωραιοποιημένων ιδεαλιστικών σκοπών με τους οποίους μπορεί να μεταμφιεστεί κάθε εξωπολιτική δραστηριότητα (ακόμη και μια τρομοκρατική οργάνωση θα μπορούσε να κάνει το ίδιο και να ξεγελάσει πλήθος καλόπιστων ανθρώπων). Αφού στηθεί το διεθνικό σκηνικό από τους αρχικούς διεθνικούς πυρήνες –οι οποίοι εξ αντικειμένου είναι ελάχιστα ή καθόλου διαφανείς, αρχίζει η νομιμοποιητική συν-στράτευση λιγότερο ή περισσότερο υποψιασμένων οργανισμών, εταιρειών, πολιτικών προσώπων και άλλων κοινωνικών προσώπων που ιδέα δεν έχουν για το τι ακριβώς διακυβεύεται. Από επιστημονικής άποψης αυτά τα φαινόμενα είναι εξόχως ενδιαφέροντα, γιατί διαφθείρουν το Πολιτικό γεγονός. Δεν είναι όμως του παρόντος να επεκταθώ. Σε κάθε περίπτωση: Αυτό που ενδιαφέρει τον ακαδημαϊκό είναι τα ζητήματα δεοντολογίας και επιστημονικής ουσίας: Πόσο επηρεάζεται ο ανεξάρτητος ακαδημαϊκός στοχασμός όταν ο επιστήμονας συναγελάζεται και εισπράττει αμοιβές σε ένα διεθνοπολιτικό χώρο όπου εργολαβικά συνευρίσκεται με τερατουργηματικά ιδεολογικοπολιτικά υποκείμενα όπως ο κερδοσκόπος Σόρος, ή με πρώην εξόχως αμφιλεγόμενα πρόσωπα ηγεμονικών κρατών; Πόσο συμβατά είναι όλα αυτά με το προνόμιο της ακαδημαϊκής ελευθερίας όπως νοηματοδοτήθηκε πιο πάνω; Πόσο τέτοιες εξωπολιτικές διεθνοπολιτικές εκλεκτικές συγγένειες επηρεάζουν την ακαδημαϊκή δραστηριότητα; Πώς θα μπορούσε να τεκμηριωθεί περιπτωσιολογικά ότι αυτές οι διεθνοπολιτικές δραστηριότητες γύρω από το φασιστοειδές τερατούργημα του σχεδίου Αναν το 2003-4 οδήγησαν δεκάδες έλληνες και άλλους ευρωπαίους επιστήμονες στο βάραθρο της επιστημονικής απαξίωσης; Οι απαντήσεις σε αυτά και άλλα ερωτήματα είναι σχεδόν αυτονόητες. Γι’ αυτό και ο ακαδημαϊκός, αφήνοντας σε άλλους να απαντήσουν ερωτήματα που αφορούν τη συμβατότητα κάποιων δραστηριοτήτων με τις ηθικοκανονιστικές επιταγές της κάθε ενδιαφερόμενης κοινωνίας, εστιάζει την προσοχή στην διάβρωση του ακαδημαϊκού-επιστημονικού λειτουργήματος από «σόρους, σοράκια και κοράκια». Δηλαδή, μεταξύ άλλων, από τον εκτροχιασμό μιας ολοένα διευρυνόμενης ομάδας φορέων ακαδημαϊκών τίτλων προς κατευθύνσεις, συναναστροφές, απτά οφέλη, εκλεκτικές συγγένειες και ψυχικούς καταναγκασμούς που διαφθείρουν τον επιστημονικό στοχασμό. Τέτοια φαινόμενα καθιστούν την ακαδημαϊκή-επιστημονική αποστολή τρωτή στους κάθε εξωπολιτικούς διεθνοπολιτικούς Σόρους, στα περιφερόμενα αλήτικα (με την αρχαιοελληνική έννοια) διεθνοπολιτικά «σοράκια» ποικίλων καταβολών και στα διεθνοπολιτικά «κοράκια» άνομων και καταχρηστικών ηγεμονικών αξιώσεων ισχύος. Ας το αναλογιστούν όσοι καλόπιστοι ακαδημαϊκοί βρέθηκαν σε τέτοια περιβάλλοντα με αποτέλεσμα να διολισθήσουν στην ατυχέστατη γι’ αυτούς δημόσια τοποθέτησή τους απέναντι στο φασιστοειδές σχέδιο Αναν. Ας το αναλογιστούν επίσης όσοι υπογράφουν λίστες οι οποίες αδιάντροπα συνηγορούν υπέρ ιδεολογικοπολιτικά στρατευμένων γνωμών όπως η εξής: Η «σύγχρονη» (sic) ιστοριογραφία μπορεί να εδράζεται σε προαποφασισμένες ιδεολογικοπολιτικές προτιμήσεις [βλ. πιο πάνω «για τα αίματα των αγώνων ελευθερίας που δεν πρέπει, δήθεν, να τονίζονται ιστοριογραφικά]. Ακόμη πιο σημαντικό, δεν μας αφορούν οι προθέσεις αλλά οι συνειδητές ή ανεπίγνωστες υπονομεύσεις του ακαδημαϊκού λειτουργήματος. Κανείς δεν πρέπει να ξεχνά το γεγονός ότι όταν μεταμφιέζονται επιστημονικά εξωπολιτικές και μάλιστα διεθνοπολιτικές σκοπιμότητες οι κοινωνικές επιστήμες έχουν πλέον περάσει τις κόκκινες γραμμές πέραν των οποίων πρέπει να θεωρούνται αντικοινωνικές και επικίνδυνες για την ενδοκρατική και διακρατική ζωή. Κοινωνικοπολιτικά προσδιορισμένες ηθικοκανονιστικές επιταγές, πάγιοι ακαδημαϊκοί κώδικες και δεοντολογικοί κανόνες δεν μπορούν να παρακάμπτονται. Η ακαδημαϊκή ελευθερία, μπορεί να σημαίνει μόνο ελεύθερο στοχασμό και όχι προγραμματική προκατάληψη, δεδηλωμένη ιδεολογικοπολιτική στράτευση και διεθνοπολιτικές-εξωπολιτικές ταυτίσεις, οι οποίες έχουν τόση σχέση όση με την επιστημονική αποστολή όση και ο δαίμονας με τους αγγέλους.

=========================================================================================================

ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΣΗΜΑΝΤΙΚΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ

 

-Η έκθεση-καταπέλτης της Ακαδημίας Αθηνών

 

http://www.paron.gr/v3/new.php?id=13019&colid=37&catid=33&dt=2007-03-18%200:0:0

18/03/2007, ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ

ΚΑΤΑΠΕΛΤΗΣ η Ακαδημία