Παναγιώτης Ήφαιστος

Καθηγητής, Διεθνείς Σχέσεις-Στρατηγικές Σπουδές

Πανεπιστήμιο Πειραιώς, Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών

www.ifestos.edu.gr  -- www.ifestosedu.gr  --  info@ifestosedu.gr  -- info@ifestos.edu.gr

 

Για μετάβαση στην κεντρική σελίδα, άνοιγμα σε άλλο παράθυρο, κλικ εδώ www.ifestos.edu.gr  ή www.ifestosedu.gr

 

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ [κλικ στον τίτλο για μετάβαση]

1. ΑΑΑ. ΤΟ ΔΙΑΓΓΕΛΜΑ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΥΠΕΡ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ, ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑΣ 7.4.2004

 

1Α. Ελληνική εξωτερική πολιτική 1993-2003: Ο Μεγάλος Ασθενής 1ον (1. Εθνικά συμφέροντα και έσχατες λογικές, 2. Υγιής κοσμοθεωρητική βάση μιας ορθολογιστικής εξωτερικής πολιτικής, 3. Η Νέα Δημοκρατία και οι αντίπαλοί της, 4. Εθνική στρατηγική: ορθολογισμός versus ζεϊμπέκικο, 5. Σχέδιο Αναν, εθνικά συμφέροντα και διακρατική σταθερότητα). ("Τύπος της Κυριακής" 4.1.2004)

 

1Β. Ελληνική Εξωτερική πολιτική 1993-2003: Ο Μεγάλος Ασθενής 2ον (1. Αντικειμενικά και υποκειμενικά κριτήρια επιτυχίας-αποτυχίας της εξωτερικής μας πολιτικής, 2. Κυπριακό: Πολιτικός εμπαιγμός και η «διαστρεμμένη-εκποιημένη διανόηση», 3. Καθεστωτική νοοτροπία, 4. Ένταξη-λύση του κυπριακού: μέτρο στάθμισης οι σκοποί μας, 5) Το μαύρο φθινόπωρο της ελληνικής διπλωματίας: Η χαμένη ευκαιρία βιώσιμης λύσης του κυπριακού). ("Τύπος της Κυριακής 11.1.2004)

 

1. Ανοικτή επιστολή στον Θόδωρο Πάγκαλο για το Κυπριακό, την ένταξη και την «επιτυχία» ("Τύπος της Κυριακής" 18.1.2004)

 

2. Είναι η αξίωση ισόρροπων σχέσεων «αντιαμερικανισμός»; ("Τύπος της Κυριακής"), 25.1.2004

 

3. "Ο Άθεος ως ηγέτης", Τύπος της Κυριακής, 1.2.2004 [1) Άθεος ηγέτης και κοσμικό κράτος, 2) Θεοκρατία, γένεση του έθνους-κράτους και ορθοδοξία, 3) Ρατσισμός και πολυπολιτισμικές κοινωνίες στην Ευρώπη, 4) «Μαντίλες», ο Αρχιεπίσκοπος και το αυγό του φιδιού 5) Ο κοινωνικός ρόλος της θρησκείας και το νεκροταφείο των ιδεών, 6) Ο κοινωνικός ρόλος της θρησκείας και το νεκροταφείο των ιδεών]

 

4. Το σχέδιο Αναν και τα αυτογκόλ ("Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία", 15.2.2004)

 

5. Στην κόψη του ξυραφιού η επίλυση του κυπριακού ("Τύπος της Κυριακής", 15.2.2004)

 

6. Νεοφιλελεύθεροι κατά φιλελευθέρων. Η Ελλάδα στο στόχαστρο των αιθεροβαμόνων της "νέας (μεταεθνικής) εποχής"  ("Τύπος της Κυριακής", 22.2.2004)

 

7. Κυπριακό: Δύσκολα διλήμματα αμέσως μετά τις εκλογές, ("Τύπος της Κυριακής" 29.4.2004)

 

8. Νεοφιλελεύθεροι: ένα ιδεολόγημα χωρίς μέλλον ("Απογευματινή" 29.2.2004)

 

9. Αναζητώντας ελληνική κοσμοθεωρία ... ("Τύπος της Κυριακής" 7.3.2004)

 

10. ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ ΚΑΙ ΚΥΠΡΙΑΚΟ: ΕΝΩΠΙΟΣ ΕΝΩΠΙΩ, ("Σημερινή" 11.3.2004 και "Τύπος της Κυριακή" 21.3.2004)

 

11. Κυπριακό: Η άγνοια και η ολιγωρία βλάπτει σοβαρά την υγεία … 12.3.2004

 

12. Η συμφωνία της Νέας Υόρκης Διαλυει την κυπρο ("Φιλελεύθερος"  27.2.2004 και "ΤΟ ΠΑΡΟΝ" (ένθετο) 15.3.2004)

 

13. Κυπριακή κρατική υπόσταση και οι εκβιασμοί κατάργησής της 13.3.2004 ("Σημερινή", 15.3.2004)

 

14a. Ανοικτή επιστολή προς τον Γιώργο Παπανδρέου, Πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ 19.3.2004

 

14b. Ανοικτή επιστολή προς τον Γιώργο Παπανδρέου της 19.3.2004 - Υστερόγραφο-πρόσθετα σχόλια, 21.3.2004

 

15. Το πολιτικό ήθος της αντιπολίτευσης του Γιώργου Παπανδρέου και το κυπριακό ("Τύπος της Κυριακής" 28.3.2004 και "Σημερινή" 28.3.2004)

 

16. Κύπρος: ακάθεκτοι πορεία προς διχοτόμηση; ("TANEA" 30.3.2004)

 

17. OXI: Για μια Ελεύθερη Κυπριακή Δημοκρατία στην Μετά-Ανανική εποχή - ("Τύπος της Κυριακής" 4.4.2004, Παρόν 18.4.2004 (ένθετο)

 

18. Κυπριακό: Κατά συνθήκη ψεύδη και οι συμφωνίες του 1977 και 1979  3.4.2004

 

19. Κυπριακή Δημοκρατία: Θεσμός συλλογικής ελευθερίας των κυπρίων που πρέπει να διαφυλάξουμε ως κόρη οφθαλμού ("Σημερινή" 10.4.2004)

 

20. Κυπριακό: «Συναισθηματισμός»-ορθολογισμός. Μήπως είναι λάθος αίτημα η Ελευθερία; ("Τύπος της Κυριακής" 11.4.2004)

 

21. Θράσος άνευ ορίων και η ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ: Δεκάψαλμος κατά της αξίωσης για τζάμπα ζωή "Αντίβαρο" (www.antibaro.gr) 9.4.2004

 

22. Κυπριακό και η υπονόμευση του ΟΗΕ και του διεθνούς δικαίου ("Σημερινή" 9.4.2004)

 

23. Ναι σημαίνει αυτοκτονία ("Έθνος" 16.4.2004)

 

24. Κυπριακό: Διαλεκτική Σχέση "Ναι-Οχι" - ("Τύπος Κυριακής" - 18.4.2004)

 

25. ΚΥΠΡΟΣ: «ΕΠΙΘΕΣΗ ΕΙΡΗΝΗΣ» «ΚΑΤΑ» ΟΛΩΝ ΜΕΤΑ ΤΟ ΟΧΙ  ("Σημερινή" 22.4.2004)

 

26. ΟΧΙ: Επίθεση φιλίας, ειρήνης, ενημέρωσης και διεκδίκησης ("Έθνος" 26.4.2004)

 

27. Ανοικτή επιστολή στον Πρόεδρο Παπαδόπουλο 21.5.2004

 

28. Το περιεχόμενο μιας ευρωπαϊκής λύσης του κυπριακού

 

Τουρκία - ΕΕ, Ελλάδα και κυπριακό ενόψει του Συμβουλίου της ΕΕ στον Δεκέμβριο του 2004. Σημερινή 24.10.2004. Το Παρόν της Κυριακής 14.11.2004

----------------------------------------------------------------------------------

 

ΚΕΙΜΕΝΑ

1A. Ελληνική εξωτερική πολιτική 1993-2003: Ο Μεγάλος Ασθενής (1ον)

Ειδικός Συνεργάτης (Π. Ήφαιστος). «Τύπος της Κυριακής» 4.1.2004.

 1. Εθνικά συμφέροντα και έσχατες λογικές εξωτερικής πολιτικής

 Η παρούσα ανάλυση είναι η πρώτη μιας σειράς κειμένων με τα οποία θα αντικρουστεί η θέση ότι τα τελευταία χρόνια η ελληνική εξωτερική πολιτική έχει να παρουσιάσει, δήθεν, μεγάλες επιτυχίες. Επιτυχία στην εξωτερική πολιτική μιας χώρας είναι η διασφάλιση της συλλογικής ελευθερίας-κυριαρχίας της κοινωνίας ενός κράτους και εξασφάλιση του ίδιου αγαθού για τους ομοεθνείς εκτός εθνικής επικράτειας. Η διασφάλιση αυτών των υπέρτατων αγαθών απαιτεί κοσμοθεωρητικές παραδοχές οι οποίες είναι ρητά αντιδιεθνιστικές και αντικοσμοπολίτικες. Για κάθε σύγχρονο κράτος αποτελεί παράδοξο, αντίφαση και ατυχία αν της διπλωματίας τύχει να ηγούνται άτομα που είναι φορείς διεθνιστικών και κοσμοπολίτικων παραδοχών οι οποίες ως εκ της φύσεώς τους είναι ασύμβατες με την έννοια της ανεξαρτησίας-κυριαρχίας που αποτελεί κοινή κοσμοθεωρητική παραδοχή των ηγετών όλων των βιώσιμων κρατών. Υπό αυτό το πρίσμα, ορθολογιστική διπλωματία σημαίνει πρωτίστως α) ικανότητα αντιμετώπισης των εξωτερικών απειλών (και όχι τακτική αποδυνάμωσης της αμυντικής ικανότητας που συνοδεύεται από ποικιλόχρωμα κοσμοπολίτικα ιδεολογήματα περί τέλους της κυριαρχίας και της έννοιας του εθνικού συμφέροντος), β)  ισχυρές συμμαχίες που επηρεάζουν την  κατανομή ισχύος εις βάρος αυτών που απειλούν την χώρα (και όχι αστείες άσπονδες προσωπικές φιλίες αμφιλεγόμενων προσώπων που επιβραβεύουν τις υποχωρήσεις επί θεμάτων κυριαρχίας), γ) ισχυρή διπλωματία που επιτυγχάνει ισορροπία συναλλαγών και ανταλλαγμάτων με τα ισχυρότερα κράτη και δ) αποτρεπτική φήμη που δεν αφήνει καμιά αμφιβολία στην σκέψη οποιουδήποτε επιβουλεύεται τα ζωτικά μας συμφέροντα για την αποφασιστικότητα και ικανότητά μας να προασπίσουμε την συλλογική ελευθερία-κυριαρχία μας.

 2. Υγιής κοσμοθεωρητική βάση μιας ορθολογιστικής εξωτερικής πολιτικής

 Η διπλωματία ενός κράτους που είναι συμβατή με τις προδιαγραφές μιας σύγχρονης κυρίαρχης χώρας απαιτεί εδραία κοσμοθεωρητικά θεμέλια συμβατά με την συλλογική ανθρώπινη ελευθερία, δηλαδή την κρατική κυριαρχία που αποτελεί και το καθεστώς του διεθνούς συστήματος, τους διεθνούς δικαίου και των διεθνών θεσμών. Μια τέτοια συμβατότητα απαιτεί όπως οι επικεφαλείς της διπλωματίας α) είναι απαλλαγμένοι διεθνιστικών και κοσμοπολίτικων ιδεολογημάτων (επειδή όπως σημειώθηκε αυτά είναι κάθετα αντίθετα με αυτή καθαυτή την έννοια της κυριαρχίας), β) είναι ικανοί να κατανοήσουν το γεγονός πως στην Ευρωπαϊκή Ένωση οι διαπραγματεύσεις επί ζητημάτων στρατηγικής και εξωτερικής πολιτικής είναι εξ ορισμού εθνοκεντρικές (με κύριο μέλημα όλων των μελών το εθνικό συμφέρον) και γ) είναι επαρκώς ιδεολογικά δεσμευμένοι στα συλλογικά συμφέροντα της χώρας την οποία αντιπροσωπεύουν. Έτσι, ως προς το τελευταίο σημείο, ένα πολιτικό πρόσωπο που βρίσκεται επικεφαλής της διπλωματίας δεν μπορεί να διακηρύττει δημοσίως και ανενδοίαστα ότι έννοιες όπως το εθνικό συμφέρον και η κυριαρχία είναι δήθεν ξεπερασμένες.  

            Σε τελευταία ανάλυση, στο σύγχρονο διεθνές σύστημα η κρατική κυριαρχία είναι συνώνυμη της συλλογικής ελευθερίας μιας κοινωνίας και το εθνικό συμφέρον υπέρτατη υπαρξιακή έννοια και έσχατη λογική των στρατηγικών προσανατολισμών όλων των βιώσιμων κρατών. Το εκάστοτε πολιτικό πρόσωπο που ηγείται της διπλωματίας μιας τέτοιας χώρας –και πολύ περισσότερο όταν ηγείται της χώρας συνολικά– απαιτείται χωρίς μισόλογα, επικίνδυνες σχετικοποιήσεις, κοσμοπολίτικες ασυναρτησίες ή άθεες παραδοχές, να είναι αταλάντευτα δεσμευμένο με αυτές τις έσχατες λογικές. Θα προσθέταμε ότι όταν το πολιτικό πρόσωπο που ηγείται της διπλωματίας μιας χώρας όχι μόνο κατά καιρούς περιπίπτει σε ιδεολογικά ατοπήματα ασύμβατα με την κυριαρχία-ελευθερία μιας κοινωνίας αλλά επιπλέον το «επιτελείο» του είναι πλήρες γραφικών διεθνιστών και κοσμοπολιτών τότε ο κίνδυνος για τα εθνικά συμφέροντα της χώρας είναι άμεσος.       

 3. Η Νέα Δημοκρατία και οι αντίπαλοί της

 Ανεξαρτήτως επιμέρους ατομικής ιδεολογικής επιλογής, τι θα έλεγε ένας σημερινός ορθολογιστής «κεντροαριστερός» ή «κεντροδεξιός» έλληνας για τη Νέα Δημοκρατία όπως διαμορφώθηκε τα τελευταία χρόνια; Προστίθεται το ερώτημα: Τι θα έλεγε ένας «αμιγής αριστερός» –με την έννοια ότι αξιώνει μεγαλύτερη αναδιανομή του πλούτου στις οικονομικά ασθενέστερες τάξεις– για τη Νέα Δημοκρατία, ιδιαίτερα αν συγκριθεί με την παράταξη που κυβερνά τις τελευταίες δεκαετίες; Κατά πρώτον, θα συμφωνούσε με τον Μίκη Θεοδωράκη που εύστοχα παρατήρησε ότι όποιος εκτοξεύει παρωχημένους χαρακτηρισμούς κατά της Νέας Δημοκρατίας ο προορισμός του πρέπει να είναι το άσυλο φρενοπαθών στο Δαφνί. Κανείς νομίζω δεν πρέπει να αφεθεί ελεύθερος να υποτιμά την νοημοσύνη του έλληνα σε τόσο μεγάλο βαθμό.

            Κατά δεύτερον, η ηγεσία και τα μέλη της Νέας Δημοκρατίας δεν πρέπει να αισθάνονται συμπλέγματα ή να νοιώθουν αναστολές επί ζητημάτων κοινωνικής δικαιοσύνης και εξωτερικής πολιτικής. Κανείς δεν πρέπει να λησμονεί ότι, εξ αντικειμένου, απέναντι στην Νέα Δημοκρατία δεν βρίσκεται η παράταξη του Ανδρέα Παπανδρέου (βασική πολιτική θέση του οποίου ήταν «η Ελλάς στους έλληνες» υπό συνθήκες «κοινωνικής δικαιοσύνης» και εξωτερικής ασφάλειας). Απέναντι στην ΝΔ, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, βρίσκεται ένα απίστευτο συνονθύλευμα κατά κύριο λόγο τρωκτικών της εξουσίας χωρίς ιδεολογικό προσανατολισμό και χωρίς συγκροτημένο εθνικό κοσμοθεωρητικό όραμα (το οποίο συνονθύλευμα τρωκτικών εκδιώκει ή καταδιώκει αδίστακτα τα ελάχιστα πλέον στελέχη της παραδοσιακής «πασοκικής» παράταξης). Όντας μη μέλος της Νέας Δημοκρατίας ας μου επιτραπεί η ελευθερία να ισχυριστώ ότι ως προς αρκετά ζητήματα κοινωνικής δικαιοσύνης και εθνικής ανεξαρτησίας η ΝΔ και όχι το ΠΑΣΟΚ είναι ο εκφραστής των παραδοχών του τελευταίου όπως –έστω και σπασμωδικά και συχνά με λανθασμένους διπλωματικούς χειρισμούς– διατυπώνονταν την δεκαετία του 1980.

            Το σημερινό ΠΑΣΟΚ είναι σε κάθε περίπτωση ένα ιδεολογικό συνονθύλευμα διανοουμένων που αρμενίζει σε πελάγη ιδεολογικής σύγχυσης και το οποίο τα τελευταία δέκα χρόνια κατόρθωσε να καταλάβει τον κομματικό αυτό χώρο λόγω παρακμής της παραδοσιακής του ηγεσίας και λόγω παράλειψης των αντιπάλων τους να ανανεώσουν τον πολιτικό και ιδεολογικό τους λόγο στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Στην πορεία οικοδόμησαν ένα τερατώδες μίγμα διεθνιστικών, κοσμοπολίτικων και νεοφιλελεύθερων αντιλήψεων αποδυναμωμένων ιδεολογικών δεσμεύσεων στην ελληνική κρατική κυριαρχία και στερημένων ισχυρών πατριωτικών αντανακλαστικών. Έτσι, ενώ για όλους τους ευρωπαίους ηγέτες ανεξαρτήτως ιδεολογίας ο πατριωτισμός είναι αναγκαία και μη εξαιρετέα στάση ζωής, για πολλούς ηγέτες της κατ’ όνομα μόνο σοσιαλιστικής παράταξης, πατριωτισμός είναι, δήθεν, «ξεπερασμένος εθνοκεντρισμός». Ο μόνος ουσιαστικός συνεκτικός ιστός αυτών των ανθρώπων είναι οι χρηστικά ωφέλιμες αντικοινωνικές στάσεις και οι εξυπηρετικές για τα ξένα συμφέροντα στάσεις εξωτερικής πολιτικής που αδιάντροπα ενδύονται σοσιαλιστικούς μανδύες. Κύρια γνωρίσματά τους που μόνο η όντως επαγγελματική επικοινωνιακή δύναμή τους επισκιάζει, είναι η αναποτελεσματική διακυβέρνηση και η πρωτοφανής για ένα κυρίαρχο κράτος προσήλωση στα πρότυπα μιας παρωχημένης ξένης εξάρτησης μπροστά στην οποία αντίστοιχες στάσεις των «δεξιών» μεταμφυλιακών κυβερνήσεων είναι παιδική χαρά. Για να το επιτύχουν καλλιεργούν τα χειρότερα ανθρώπινα ένστικτα της φυγοπονίας και του εφησυχασμού με το να προσπαθούν να πείσουν τους έλληνες ότι η κρατική κυριαρχία είναι αναλώσιμη και πως ζωτικά ελληνικά συμφέροντα όπως η ελευθερία του ενός δεκάτου του ελληνισμού που ζει στην Κύπρο είναι ιφιγένειες στον άσκοπο βωμό κοσμοπολίτικων ιδεολογημάτων που με φανατισμό αναπαράγουν κράχτες και παπαγαλάκια στα διαπλεγμένα μέσα ενημέρωσης.

            Ακριβώς, στην επικείμενη προεκλογική μάχη είναι σημαντικό να συγκροτηθεί πολιτικός αντίλογος που θα αντικρούει τον παραλογισμό που θεωρεί ως δήθεν επιτυχημένη μια εξωτερική πολιτική επειδή κάποιοι ξένοι ηγεμονικοί παράγοντες κτυπούν φιλικά στους ώμους μερικούς έλληνες πολιτικούς ηγέτες των οποίων το μόνο κατόρθωμα είναι ο ενταφιασμός της μόνης ευκαιρίας επίλυσης του κυπριακού των τελευταίων δεκαετιών και η έναρξη υπόγειων διαπραγματεύσεων επί θεμάτων κρατικής κυριαρχίας κατοχυρωμένων από το διεθνές δίκαιο και τις κατακτήσεις του διακρατικού πολιτικού πολιτισμού.

 Η Νέα Δημοκρατία, εν δυνάμει σήμερα η παράταξη της κοινωνικής δικαιοσύνης, του ορθολογιστικού εθνοκεντρικού ευρωπαϊσμού, του υγιούς ψύχραιμου πατριωτισμού και των προσηλωμένων στο διεθνές δίκαιο και στον ευρωπαϊκό πολιτικό πολιτισμό διεθνοπολιτικών κοσμοθεωριών, οφείλει να ανακτήσει την αυτοπεποίθησή της, να εγκαταλείψει την άσκοπη πολιτική του «ώριμου φρούτου», να προβάλει με δύναμη και αυτοπεποίθηση τα συγκριτικά πλεονεκτήματά της και να καταθέσει χωρίς συμβιβασμούς τόσο την εγγενή πατριωτική κοσμοθεωρία της όσο και την ορθολογιστική προσέγγισή της για ισόρροπες σχέσεις με τις μεγαλύτερες δυνάμεις στην Ευρώπη και διεθνώς. Ασφαλώς, η Νέα Δημοκρατία δεν είναι κόμμα αγγέλων ούτε και θα μπορούσε να είναι. Είναι όμως η παράταξη της αστικής τάξης τον ιστορικό ρόλο της οποίας εν μέρει και ψευδεπίγραφα «υπέκλεψαν» οι κοσμοπολίτες σφετεριστές της πασοκικής παράδοσης και τελικά φανατικοί μαθητευόμενοι μάγοι ακραίων νεοφιλελεύθερων παραδοχών. Η πολιτική ηγεσία της ΝΔ ορθότατα, απέρριψε αγκυλώσεις του παρελθόντος που ήθελαν την αστική τάξη «καπιταλιστική», «αντικοινωνική» και εξαρτημένη σε ξένους παράγοντες.

            Έτσι σήμερα, για κάθε καλόπιστο έλληνα είναι φανερό ότι το «κόμμα του κέντρου» της Νέας Δημοκρατίας –με την έννοια ότι στη βάση μιας ορθολογιστικής πλατφόρμας εν δυνάμει συνενώνει τους συμβατικά ονομαζόμενους «αριστερούς», «δεξιούς» και «κεντρώους»–, το οποίο τυγχάνει να έχει επικεφαλής ένα άτομο εκ φύσεως προοδευτικό και λαϊκό, ορθότατα υιοθετεί στάσεις και συμπεριφορές που αγκαλιάζουν όλους τους έλληνες πολίτες ανεξαρτήτως τάξης και ιδεολογίας. Είναι φανερό πλέον ότι είναι μια παράταξη που συνολικά και συμψηφιστικά προσανατολίστηκε προς την κατεύθυνση εκπλήρωσης των αιτημάτων κοινωνικής δικαιοσύνης με ταυτόχρονη επιδίωξη οικονομικής αποτελεσματικότητας ενώ η πλειονότητα των στελεχών και μελών της είναι απαλλαγμένοι διεθνιστικών παραλογισμών και γι’ αυτό εξ ορισμού στηρίζουν την εθνική ανεξαρτησία την οποία οι σημερινοί αντίπαλοι τους αδιάντροπα περιφρονούν ή και χλευάζουν. Η παράταξη της ΝΔ, πρέπει να τονιστεί, είναι ιστορικά προικισμένη με κοσμοθεωρία χρηστής οικονομικής διαχείρισης επειδή οι φιλελεύθερές της παραδόσεις ευνοούν τον γνήσιο ελεύθερο ανταγωνισμό και επειδή η μετεξέλιξη του κόμματος αυτού του προσέδωσε ευαισθησία για την ανάγκη παρεμβατισμού όταν αυτό απαιτείται λόγω θεμιτών αξιώσεων κοινωνικής δικαιοσύνης. Στο ίδιο πλαίσιο, η φιλελεύθερη παράταξη είναι εξ ορισμού προικισμένη με κοσμοθεωρητικές παραδοχές όχι μόνο υπέρ ενός συστήματος ελεύθερου ανταγωνισμού αλλά επιπλέον υπέρ κοινωνικοπολιτικών ελέγχων και εξισορροπήσεων με οδηγό την χρυσή συνταγή κάθε βιώσιμου οικονομικού συστήματος, ότι δηλαδή «δεν καταναλώνεις περισσότερα από αυτά που παράγεις». Η ΝΔ, εν κατακλείδι, είναι εν δυνάμει η μόνη σήμερα παράταξη που μπορεί να επιτύχει ισορροπία οικονομικής αποτελεσματικότητας και ενός βάσιμου-ορθολογιστικού συστήματος διανεμητικής δικαιοσύνης που θα στηρίξει το ελληνικό κράτος στα δύσκολα χρόνια που έπονται.

 4. Εθνική στρατηγική: ορθολογισμός versus ζεϊμπέκικο

 Ας μου επιτραπεί αν και προφανώς μη μέλος αυτής της παράταξης, να υποστηρίξω πως στην αφελή «τακτική του ζεϊμπέκικου» η οποία υπό το πρίσμα ενός απαράδεκτου διπλωματικού παιδισμού θεωρεί την διπλωματία υπόθεση διαπροσωπικών σχέσεων, προσφέρεται στην Νέα Δημοκρατία η ευκαιρία να προτάξει μια σοβαρή και ψύχραιμη εξωτερική στρατηγική ανυποχώρητης στήριξης της εθνικής κυριαρχίας-ανεξαρτησίας, διαρκούς διαπραγμάτευσης με μόνο γνώμονα το εθνικό συμφέρον και αταλάντευτης επιδίωξης διεθνούς και περιφερειακής ισορροπίας δυνάμεων και συμφερόντων που διασφαλίζει ειρήνη και σταθερότητα επειδή αποθαρρύνει τους αναθεωρητισμούς, τους περιφερειακούς ηγεμονισμούς και τις παραβιάσεις της κυριαρχικής τάξης όπως αυτή προσδιορίστηκε από τις Συνθήκες. Μια τέτοια στάση δεν αποκλείει διαπραγματεύσεις, σχέσεις καλής γειτονίας με άλλα κράτη ή ακόμη και «ζεϊμπέκικο». Είναι άλλο πράγμα όμως το «ζεϊμπέκικο» ως εργαλείο στην υπηρεσία του εθνικού συμφέροντος και άλλο ως αυτοσκοπός και ως στρεβλό ιδεολόγημα ή ακόμη χειρότερα ως υποκριτική στάχτη στα μάτια των ελλήνων πολιτών για να συγκαλυφτεί η ουσιαστική εγκατάλειψη ζωτικών εθνικών συμφερόντων πρώτα στην Κύπρο και στη συνέχεια στο Αιγαίο και ενδεχομένως στη Θράκη.

            Στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής είναι επιτέλους καιρός οι πολιτικοί φορείς της φιλελεύθερης παράταξης να αντιληφτούν την διαφορά μεταξύ της γνήσιας φιλελεύθερης εξωτερικής πολιτικής της οποίας κύριος αμερικανός στοχαστής είναι ο John Rawls (βλ. το βιβλίοΤο Δίκαιο των Λαών, που έχει εκδοθεί από το «Ινστιτούτο Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Καραμανλής») και της νεοφιλεύθερης εξωτερικής πολιτικής η οποία ενάντια στις παραδοσιακές φιλελεύθερες αξίες προβάλλει αξιώσεις ηγεμονικής ισχύος ενδεδυμένες με κοσμοπολίτικες υποκρισίες περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δημοκρατίας και της οποίας η ειρωνεία της τύχης έφερε οι κύριοι σήμερα αντιπρόσωποί της στην Ελλάδα να είναι αυτοί που διαδέχτηκαν τον Ανδρέα Παπανδρέου. «Ακραίοι συντηρητικοί» δεν είναι σήμερα τα στελέχη της Νέας Δημοκρατίας αλλά οι νεοφιλελεύθεροι πολιτικοί της εξουσίας των δέκα τελευταίων χρόνων τα οποία με ευκολία και χωρίς οποιοδήποτε αντάλλαγμα υπακούουν τυφλά στις επιταγές της ηγεμονικών πεποιθήσεων ηγετικής ομάδας που κυριαρχεί σήμερα στην Ουάσινγκτον. 

 5. Σχέδιο Αναν, εθνικά συμφέροντα και διακρατική σταθερότητα 

 Επειδή ο μύθος της επιτυχούς ελληνικής εξωτερικής πολιτικής συνιστά απαράδεκτο πολιτικό εμπαιγμό και επειδή υποτιμά την νοημοσύνη των ελλήνων, υποσχόμαστε να επανέλθουμε σύντομα. Σήμερα περιοριζόμαστε σε τηλεσκοπικά μόνο σχόλια για το σχέδιο Αναν. Η σχετική συζήτηση πριν ένα περίπου χρόνο θα καταγραφεί ως η σκοτεινότερη περίοδος του δημόσιου διαλόγου στην ιστορία του νεοελληνικού κράτους. Είναι προς τιμή της Νέας Δημοκρατίας το γεγονός ότι, εν μέσω εξαιρέσεων, αποκλεισμών και ρεσιτάλ ιστορικής ανεκδοτολογίας δύο τουλάχιστον στελέχη της –Γιάννης Βαληνάκης και Κώστας Αρβανιτόπουλος– με δημόσια κείμενά τους για το σχέδιο Αναν κράτησαν τα λάβαρα του πολιτικού και διεθνολογικού ορθολογισμού. Προς το παρόν και επειδή η  κυπριακή πολιτική ηγεσία βρίσκεται εγκαταλειμμένη στην προσπάθεια να καταστούν οι προτάσεις επίλυσης του κυπριακού ορθολογιστικές (τουλάχιστον ως προς την βιωσιμότητα των συνταγματικών ρυθμίσεων), είναι ίσως χρήσιμο να καταγραφούν μερικές μόνο πτυχές αυτού του μεγάλου ζητήματος εθνικής στρατηγικής. Κατά πρώτον, υπενθυμίζεται ότι σκοπός της διακομματικής στρατηγικής των τελευταίων δεκαπέντε ετών ήταν να ενταχθεί η Κύπρος στην ΕΕ ούτως ώστε στη συνέχεια το γεγονός της ένταξης να διαμορφώσει τις προτάσεις του ΟΗΕ προς την κατεύθυνση μιας βιώσιμης λύσης. Γι’ αυτό, ενόψει οριστικοποίησης της ένταξης το φθινόπωρο του 2002 (και με δεδομένη την θέση της ΕΕ ότι «η λύση δεν αποτελεί προϋπόθεση ένταξης επειδή η Κύπρος δεν μπορεί να είναι όμηρος της Άγκυρας»), επιτυχία θα ήταν αν η ελληνική διπλωματία κατόρθωνε να αποτρέψει την υποβολή προτάσεων που υπονόμευαν την ενταξιακή πορεία της Κύπρου και αφετέρου αν είχε επιτύχει διαμόρφωση σχεδίου λύσης του Κυπριακού συμβατού με την Κοινοτική έννομη τάξη και τον κοινοτικό πολιτικό πολιτισμό. Επίσης, επιτυχία θα ήταν αν το σχέδιο αυτό εκπλήρωνε τον στρατηγικό μας στόχο να απαλλαγεί η Κύπρος από τα ξένα στρατεύματα, τις αποικιακής μορφής «εγγυήσεις» και την ένταξή της στους δυτικούς θεσμούς υπό συνθήκες ισοτιμίας και κυριαρχίας.     Αντί αυτού, οι καρποί δεκαετούς προσπάθειας σχεδόν χάθηκαν ολοκληρωτικά όταν η ελλαδική κυρίως πολιτική ηγεσία ολιγώρησε και παρασυρμένη από στρεβλές αντιλήψεις των διεθνιστών και κοσμοπολιτών που την περιβάλλουν –«εισήλθαμε στον μεταεθνικό κόσμο της μιας δύναμης όπου η ελευθερία και η κυριαρχία δεν έχουν νόημα …», κτλ– έσπευσε να ονομάσει το προταθέν θεσμικό τερατούργημα ως «ιστορική ευκαιρία». Έτσι κωλυσιέργησε ή ενδεχομένως χάθηκε η μοναδική ευκαιρία ορθολογιστικής λύσης του κυπριακού, του μεγαλύτερου δηλαδή προβλήματος της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Αφού λοιπόν παράλειψαν, ολιγώρησαν και απέτυχαν να προταθεί μια βιώσιμη λύση του κυπριακού οι κρατούντες άφησαν –και πολλοί από αυτούς συνέργησαν– στο να υποβληθεί το σχέδιο Αναν για το οποίο τώρα εκλιπαρούμε για να γίνουν κοσμητικές μόνο «βελτιώσεις». Ουσιαστικά η στάση των σημερινών ηγητόρων της διπλωματίας ισοδυναμούσε με αυτοχειριασμό επειδή αντί με εργαλείο το τετελεσμένο της ένταξης να εμμείνουμε σε μια βιώσιμη ευρωπαϊκή λύση έντρομοι δέχτηκαν την τροχοδρόμηση των διαπραγματεύσεων προς την κατεύθυνση ρυθμίσεων που μελλοντικά δεν μπορεί παρά να αποτελέσουν εστία τριβών, συγκρούσεων και ίσως πολέμου. Χαζοχαρούμενα ονόμασαν το προϊόν της διπλωματικής τους απερισκεψίας «ιστορική ευκαιρία» και άφησαν τους κύπριους στο έλεος της αγγλικής, αμερικανικής και τουρκικής διπλωματίας. Έτσι, παρά τα χοντροειδή λάθη της ελληνικής διπλωματίας η τελική ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ πραγματοποιήθηκε κυρίως λόγω υπέρμετρης πλεονεξίας των τούρκων. Η ανυπαρξία προτάσεων για μια βιώσιμη λύση στο σημερινό διπλωματικό προσκήνιο οδηγεί είτε στην διχοτόμηση είτε στην επιβολή μιας μη βιώσιμης λύσης που θα αποτελέσει εστία μεγάλων μελλοντικών προβλημάτων. Γιατί λοιπόν θα πρέπει η Νέα Δημοκρατία και οι άλλες παρατάξεις να αφήσουν αυτό το πολιτικό έγκλημα γκεμπελικά να χαρακτηρίζεται ως δήθεν «διπλωματική επιτυχία»;

 1.B. Ελληνική Εξωτερική Πολιτική 1993-2003: Ο μεγάλος ασθενής (2ον)

Τα «πραγματικά γεγονότα» περί το σχέδιο Αναν

 Ειδικός Συνεργάτης «Τύπος της Κυριακής» 11.1.2004

 1. Αντικειμενικά και υποκειμενικά κριτήρια επιτυχίας-αποτυχίας της εξωτερικής μας πολιτικής

 Στην επιφυλλίδα της προηγούμενης Κυριακής υποσχεθήκαμε να επανέλθουμε με μια σειρά αναλύσεων αρχίζοντας από το σχέδιο Αναν. Στο εισαγωγικό αυτό σημείωμα υποστηρίξαμε ότι αποτελεί εμπαιγμό να μετονομάζεται η κακοδιαχείριση μεγάλων εθνικών συμφερόντων σε ιστορική επιτυχία. Η επιτυχία ή η αποτυχία προσδιορίζονται με αντικειμενικό μέτρο στάθμισης το ελάχιστο και μέγιστο που θα μπορούσε να επιτύχει η διπλωματία μας σε συνάρτηση με τους σκοπούς μας και όχι με μέτρο τις επικοινωνιακές ανάγκες των εκάστοτε κυβερνητών στην προσπάθειά τους να επανεκλεγούν. Σε τελευταία ανάλυση η ποιότητα ενός πολιτειακού συστήματος συναρτάται με την δυνατότητα διαρκούς εξορθολογισμού διαμέσου κοινωνικοπολιτικών ελέγχων και εξισορροπήσεων στο πλαίσιο των οποίων ένα υγιές δημοκρατικό κράτος ελέγχει τα πολιτικά ψεύδη και τις ανορθολογικές αποφάσεις. Ασφαλώς, δεν μας διαφεύγει το γεγονός ότι στις συζητήσεις για τα «δημόσια αγαθά» της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής εμπλέκονται αντίθετες φιλοσοφικές παραδοχές. Όμως, ορισμένα θεμελιώδη αγαθά όπως η επιβίωση ενός κυρίαρχου κράτους, η συλλογική ελευθερία μιας κοινωνίας, η εθνική ασφάλεια και η μακρόχρονη ισορροπία δυνάμεων και συμφερόντων με τα ηγεμονικά και αναθεωρητικά κράτη αποτελούν έσχατες λογικές κάθε κοινωνίας. Για τα ίδια θεμελιώδη αγαθά, επίσης, δεν χωρούν πολιτικά ψεύδη, ύπουλες εκλογικεύσεις, ανέντιμες αποσιωπήσεις και ανευθυνοϋπεύθυνα εκβιαστικά διλήμματα που σκοπό έχουν να πείσουν ότι κάποιοι πολιτικοί ηγέτες αν και εγνωσμένου μικρού πολιτικού αναστήματος θα μπορούσαν εν τούτοις να διασφαλίσουν «το λιγότερο κακό» και τις «λιγότερες απώλειες». Η ανεξαρτησία ενός σύγχρονου κράτους είναι δύσκολη υπόθεση και δεν διασφαλίζεται μακροχρόνια όταν η πολιτική ηγεσία εθίζει τον λαό στο να αποδέχεται «μικρές απώλειες» «τις οποίες κανείς δεν θα θυμάται σε λίγα χρόνια» ή όταν τον εξαθλιώνει ηθικά με συστηματική καλλιέργεια υποτελών αντιλήψεων, φυγοπονίας και αμφισβητήσεων για τη σημασία της κρατικής κυριαρχίας, των εθνικών συμφερόντων και των εθνικών ερεισμάτων. Η Κύπρος, για παράδειγμα, είναι ο τόπος στον οποίο διαβιούν ή έχουν ως βάση τους ενάμιση περίπου εκατομμύριο έλληνες και γι’ αυτό η βιωσιμότητα της λύσης του κυπριακού είναι υπόθεση ασφαλείας και εθνικής επιβίωσης της ίδιας της Ελλάδας. Γι’ αυτό, ένα πολιτειακό τερατούργημα που θα σερβιριστεί ως δήθεν «επιτυχής λύση» του κυπριακού κατά την διάρκεια του επικείμενου προεκλογικού αγώνα θα εξυπηρετήσει πρόσκαιρα κάποιους φιλόδοξους πολιτικούς αλλά θα παγιδεύσει την Ελλάδα, την Τουρκία και όλους τους κυπρίους σε μακροχρόνια υπαρξιακά αδιέξοδα.

  2. Κυπριακό: Πολιτικός εμπαιγμός και η «διαστρεμμένη-εκποιημένη διανόηση»

 Μια τέτοια παγίδα παραλίγο να στηθεί με το αγγλικής έμπνευσης σχέδιο Αναν που υποβλήθηκε τον Φθινόπωρο του 2002 που όχι μόνο θα ματαίωνε για πάντα τις δυνατότητες μιας πολιτειακά και διεθνοπολιτικά βιώσιμης λύσης αλλά που θα δημιουργούσε επιπλέον εστία ελληνοτουρκικών αντιπαραθέσεων. Σήμερα, αν και υποχρεωτικά το σχέδιο Αναν αποτελεί βάση διαπραγματεύσεων, εάν αποτύχουμε να το βελτιώσουμε ουσιαστικά όπως ζητούν οι κύπριοι (αίτημα ως προς το οποίο η Αθήνα κωφεύει ή αδρανεί), αναπόδραστα θα οδηγήσει όλους σε μια τέτοια παγίδα. Όπως θα υποστηρίξουμε πιο κάτω αυτό το προβληματικό σχέδιο υποβοηθήθηκε και υποστηρίχθηκε πριν και μετά την υποβολή του από ένα μεγάλο φάσμα μιας περί το Υπουργείο Εξωτερικών και περί το Μέγαρο Μαξίμου περιφερόμενης «διανόησης». Αυτή η διανόηση εμφορείται από τα ίδια ιδεολογικά πρότυπα, προσημειώνω, στην βάση των οποίων το 2001-2002 υποστηρίχθηκε η συνομοσπονδία στην Κύπρο πριν καν οι τούρκοι την δουν στα καλύτερα όνειρά τους. Γι’ αυτή την στάση, το κορυφαίο και πιο έμπειρο περί τα διεθνή στέλεχος του ΠΑΣΟΚ δήλωσε ότι κάποιοι «συνεργάστηκαν με πράκτορες ξένων υπηρεσιών προκειμένου να προπαγανδίσουν την άποψη για την επίλυση του κυπριακού με συνομοσπονδία» («Ελευθεροτυπία» 20.02.2002), ενώ ακόμη πιο πρόσφατα το ίδιο στέλεχος δήλωσε στην Κομοτηνή (14.11.2003) για τους φορείς αυτών των ιδεών ότι «πρόκειται για διαστρεμμένη διανόηση που έχει εκποιήσει την συνείδησή της» και που έχει αναλάβει εργολαβικά να υποστηρίζει την θέση ότι «για όλα φταίνε οι έλληνες» οι οποίοι (έλληνες) και θα πρέπει γι’ αυτό να πληρώσουν με υποθήκευση της ελευθερίας τους. Τα μέλη αυτής της παρδαλής μάζας κοσμοπολιτών διανοουμένων που περιτριγυρίζουν το σύστημα λήψεως αποφάσεων εξωτερικής πολιτικής αναμασούν εργολαβικά τις τουρκικές θέσεις ή και έμμεσα τις αποδέχονται. Έτσι, από πολλά κείμενα λείπουν τα θεμιτά και ιστορικά θεμελιωμένα ελληνικά επιχειρήματα ενώ αντίθετα, δεν λείπει ο «ουδέτερος» μηρυκασμός φράσεων περί «Αιγαίου το οποίο οι τούρκοι φοβούνται ότι θα γίνει ελληνική λίμνη», περί φόβων περί «σταδιακού ελληνικού επεκτατισμού στο Αιγαίο», περί «γενοκτονίας στην Μικρά Ασία που δεν έγινε μόνο από τους έλληνες», περί του «συντηρητικού και αντιδραστικού χαρακτήρα του αγώνα του 1955-59 στην Κύπρο» και περί «κυπριωτισμού» που επιβάλλεται, δήθεν, «να αντικαταστήσει την ελληνική και τουρκική συνείδηση των συστατικών οντοτήτων της Κύπρου». Για να γίνει καλύτερα αντιληπτή η φιλοσοφική, ηθική, ιδεολογική και επιστημονική κατατρακύλα, σημειώνεται ότι όχι μόνο αυτές οι ιστορικοπολιτικές αθλιότητες δεν ελέγχονται από την θαυμαστή ζούγκλα των ελλήνων πολιτικών επιστημόνων, αλλά επιπλέον οι φορείς αυτών των επιστημονικών και ιδεολογικών αθλιοτήτων από καιρό βρίσκονται εντός και εκτός των τειχών της ελληνικής διπλωματίας. Ενθαρρύνονται επίσης ποικιλοτρόπως από γνωστά κρατικοδίαιτα ιδρύματα «προτάσεων πολιτικής» και προτείνονται από τους ανώτατους θεσμούς της ελληνικής διπλωματίας ως σύμβουλοι θεσμών εξωτερικής πολιτικής. Ακόμη πιο σημαντικό ιδέες όπως αυτές που αναφέρθηκαν πιο πάνω βρίσκονται στον πυρήνα των προβληματισμών κειμένων που μεταφράζονται στην τουρκική γλώσσα από ιδρύματα με ιστορικά επώνυμα, γεγονός που θα κάνει τον τάφο του Ανδρέα Παπανδρέου να τρίζει. Ο Ανδρέας Παπανδρέου, υποθέτουμε ποτέ δεν θα είχε συνηγορήσει να χρηματοδοτηθούν με ελληνικά λεφτά μεταφράσεις ελληνόφωνων κειμένων τα οποία λόγω του περιεχομένου τους θα χρησιμεύσουν ως προπαγανδιστικά πολεμοφόδια της τουρκικής επεκτατικής πολιτικής στο Αιγαίο, την Θράκη και στην Κύπρο.  

 3. Καθεστωτική νοοτροπία

 Το πρόβλημα όμως είναι βαθύτερο και το κυπριακό είναι ένα μόνο από τα ζητήματα της ελληνικής κοινωνίας ως προς τα οποία η καθεστωτική νοοτροπία ξετυλίγεται ίσαμε τα ακραίες συνέπειές της. Συνοψίζεται στην θέση ότι «χωρίς εμάς στην κυβέρνηση» η Ελλάδα θα ήταν καμένη γη ή και θα εξαφανιζόταν από τη γη». Δεν θα υπήρχε  πρόοδος, οικονομικά και θεσμικά θα ήμασταν ακόμη στη δεκαετία του 1950, η Κύπρος δεν θα είχε ενταχθεί στην ΕΕ και πιθανότατα, συνεχίζει το ίδιο παρανοϊκό επιχείρημα, θα είχαμε πόλεμος Ελλάδας-Τουρκίας. Υπό το ίδιο ακριβώς πρίσμα καθημερινά γινόμαστε αντικείμενο βομβαρδισμού αποβλακωτικών ισχυρισμών που περίπου συνοψίζονται στην πεποίθηση κάποιων πως ότι βλέπουμε σήμερα γύρω μας ως περιεχόμενο του ελληνικού κράτους είναι κατόρθωμα, δήθεν, αυτών που κυβερνούν τα δέκα τελευταία χρόνια: Δεν αποκλείεται να φθάσουν στο σημείο να μας πουν πώς χωρίς αυτούς οι έλληνες δεν θα είχαν οικογένειες που ευημερούν, δεν θα είχαν κτίσει σπίτια ή εξοχικά, δεν θα είχαν φτιάξει δρόμους, δεν θα είχε γίνει η γέφυρα Ρίο-Αντίριο και το αεροδρόμιο, δεν θα γίνονταν Ολυμπιακοί, δεν θα είχαμε μετρό κτλ. Κανείς δεν λέει ότι γύρω μας είναι μαύρα και είναι άξιον περιέργειας γιατί ο ανώτατος πολιτειακός άρχων το υπονόησε πρόσφατα. Όμως, ο νοήμων και αξιοπρεπής έλληνας πολίτης γνωρίζει την αλήθεια και κυρίως το γεγονός ότι τα περισσότερα από αυτά που επιτεύχθηκαν στην Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες οφείλονται στην εργατικότητα και δημιουργικότητα των ελλήνων και όχι στο αδηφάγο, σπάταλο και αναποτελεσματικό κράτος. Γνωρίζει ότι κατασπαταλήθηκαν τεράστιοι πόροι που τα τελευταία είκοσι χρόνια εισέρευσαν στην χώρα μας οι οποίοι λόγω παλινωδιών της οικονομικής πολιτικής και θεσμικής ανεπάρκειας αντί να επενδυθούν στην ευημερία και ασφάλεια του μέλλοντος των ελλήνων εξανεμίστηκαν ποικιλοτρόπως. Δεν είναι «όλα μαύρα». Όμως, η αλήθεια είναι ότι τις δύο τελευταίες δεκαετίες η ελληνική κοινωνία προοδεύει σχεδόν αυτονομημένη από το ελληνικό κράτος που την καταδυναστεύει με την γραφειοκρατία, που την χαλιναγωγεί με την κακοδιαχείριση και που κατασπαταλά τον μόχθο της για να διαιωνίζεται ένα αναποτελεσματικό και καιροσκοπικό σύστημα εξουσίας χωρίς ιδεολογία, χωρίς οικονομικό προσανατολισμό και χωρίς εθνικό όραμα. Γιατί να έχουν όραμα, εξάλλου, όταν οι ίδιοι διακηρύττουν πως φθάσαμε δήθεν στην εποχή όπου το κράτος, η κρατική κυριαρχία και το εθνικό συμφέρον είναι, δήθεν, χωρίς νόημα! Η αλήθεια λοιπόν είναι ότι τις δύο τελευταίες δεκαετίες εισέρευσαν στην χώρα πόροι όσο ποτέ άλλοτε στην νεότερη ελληνική ιστορία και η χρηστή διαχείρισή τους θα καθιστούσε την Ελλάδα μια από τις πιο ισχυρές και πιο ασφαλείς χώρες της Ευρώπης και του κόσμου. Ας μη ξεχνούμε επιπλέον ότι ο μέσος έλληνας δουλεύει σκληρά, ότι οι έλληνες εφοπλιστές κυριαρχούν στις θάλασσες, ότι οι έλληνες της διασποράς επενδύουν την γενέτειρά τους και ότι ο τουρισμός –παρά τα ελλείμματα της κυβερνητικής πολιτικής– συνέτεινε τα μέγιστα στο να αυξηθούν οι πόροι που διαθέτουμε ως κοινωνία. Προσθέτουμε όμως ότι οι υπερβολές για τους «δρόμους και τις γέφυρες» που δήθεν «μας έφτιαξαν» αυτοί που στην πραγματικότητα εδώ και είκοσι χρόνια εξανεμίζουν τον μόχθο μας, ωχριούν μπροστά στις αναλήθειες περί τα εξωτερικά. Όσον αφορά τα ζητήματα διπλωματίας ο μέσος έλληνας δεν συμμετέχει παρά μόνο για να ακούσει αποφάσεις παρμένες σε άγνωστα παρασκήνια, στο κυπριακό και στα υπόλοιπα ελληνοτουρκικά από καιρό καλλιεργείται κλίμα κόπωσης και ωχαδελφισμού και οι κρατούντες σε χαμηλούς τόνους καλλιεργούν συστηματικά τα χειρότερα ένστικτα των ελλήνων, όπως την φυγοπονία, τον εφησυχασμό και την διαστρεμμένη κατευναστική αντίληψη που θέλει την εγκατάλειψη των διαπραγματευτικών ερεισμάτων της χώρας ως δήθεν φιλειρηνική και συνετή στάση. Καλλιεργείται εν γένει η λανθασμένη αντίληψη πως στον σύγχρονο άναρχο και ανταγωνιστικό κόσμο η στάση υποταγής, κατευναστικών τακτικών και «ολίγων» παραχωρήσεων είναι, δήθεν, προς το καλό μας.

 4. Ένταξη-λύση του κυπριακού: μέτρο στάθμισης οι σκοποί μας

 Οι σκοποί της υποβολής αίτησης ένταξης της Κύπρου στην ΕΕ πριν δέκα περίπου χρόνια και η διαδρομή της ελληνικής πολιτικής έκτοτε συνίστανται στα εξής: 1ον) Αρχικά, πριν δεκαπέντε περίπου χρόνια κάποιοι υποστήριξαν (και κάποιοι άλλοι, παρακοιμώμενοι της σημερινής εξουσίας, σιώπησαν ή αντιτάχθηκαν) ότι εάν ταυτόχρονα με την αμυντική ενίσχυση της Κύπρου η αναγνωρισμένη Κυπριακή Δημοκρατία υποβάλει αίτηση ένταξης οι προοπτικές διεξόδου και λύσης του κυπριακού θα ήταν μεγάλες. Με δεδομένη την τουρκική αδιαλλαξία το κεντρικό επιχείρημα ήταν ότι –επειδή ακριβώς είναι αδιανόητο η Κύπρος να αποτελεί στρατηγικό όμηρο της Άγκυρας η οποία αρνείται μια βιώσιμη λύση–, οι διαπραγματεύσεις θα οδηγούσαν σε ένταξη στην ΕΕ «ανεξαρτήτως λύσης». 2ον) Ο στρατηγικός μας σκοπός ήταν να ενταχθεί η Κύπρος και είτε πριν είτε μετά την τελική ένταξη να επιτύχουμε διαμόρφωση προϋποθέσεων και σχεδίων επίλυσης του κυπριακού συμβατών με την κοινοτική έννομη τάξη και τον κοινοτικό πολιτικό πολιτισμό. Αυτή την λογική όχι μόνο δεν μπορούσαν να την αρνηθούν οι ευρωπαίοι συνεταίροι μας αλλά όπως αποδείχθηκε αργότερα πολλοί ευρωπαίοι ηγέτες την υποστήριξαν με συνέπεια (και θα έλεγα περισσότερη συνέπεια σε συγκριση με πολλούς έλληνες). Τέτοια σχέδια σε συνδυασμό με νέες διεθνοπολιτικές ρυθμίσεις (αποστρατικοποίηση, εγγυήσεις  ΟΗΕ, ΕΕ, ΝΑΤΟ) θα μπορούσαν να μας οδηγήσουν σε μια πολιτειακά και διεθνοπολιτικά βιώσιμη λύση. 3ον) Τελικά, τον φθινόπωρο του 2002 φθάσαμε στα πρόθυρα της ένταξης όχι επειδή η κυβέρνηση ακολούθησε μια μεγαλεπήβολη και αποτελεσματική στρατηγική –υπενθυμίζουμε ότι αφετηριακά η ελληνική διπλωματία καθυστέρησε και λόγω των εσωτερικών προβλημάτων του ΠΑΣΟΚ δεν επέμενε αρχικά στην έγκαιρη υποβολή αίτησης ένταξης από τον τότε κύπριο πρόεδρο– αλλά επειδή η ΕΕ δεν θα μπορούσε να αρνηθεί στην Κύπρο αυτό που αποτελεί ευρωπαϊκό νομικό και πολιτικό κεκτημένο. Σημειώνεται ότι όταν η διπλωματική αυτή προσπάθεια εισήλθε στην τελική της φάση, ο εκτοπισμός του τότε ΥΠΕΞ λόγω του επεισοδίου Οτσαλάν και ο θάνατος του αείμνηστου Γιάννου Κρανιδιώτη αποστέρησε την ελληνική διπλωματία από τα ελάχιστα κυβερνητικά εκείνα στελέχη που κάτι γνώριζαν για τους σκοπούς, τις ευρωπαϊκές διαδικασίες και τις δυνατότητές μας όσον αφορά τη ένταξη της Κύπρου και την βιώσιμη λύση του κυπριακού. 4ον) Το 2002-2003 και ενώ λοιπόν η Κύπρος αναπόδραστα και για αντικειμενικούς λόγους κινήθηκε ακάθεκτη προς την ένταξη φέρνοντας σε θέση άμυνας την τουρκική διπλωματία, πολιτικό γεγονός που κατά κάποιο τρόπο θα αντιστάθμιζε τα στρατιωτικά τετελεσμένα του 1974, η ελληνική διπλωματία έχασε τελείως τον προσανατολισμό της: Αποσύνδεσαν άκαιρα και ολοκληρωτικά τις σχέσεις Τουρκίας-ΕΕ, αποδύθηκαν σε ανταγωνισμό κατευναστικής ρητορείας, άνοιξαν όλα τους χαρτιά, κατέστησαν την πολιτική του ζεϊμπέκικου αυτοσκοπό και συμπαρέσυραν σε οργανωμένες γραφικές εκδηλώσεις, χορούς της κοιλιάς, τραγούδια και άλλα φαιδρές ενέργειες πολλά σοβαρά άτομα που πείσθηκαν πως η προσωπική επικοινωνία είναι δυνατό να επιλύσει χρόνιες διακρατικές διενέξεις. Το ζήτημα που τίθεται ασφαλώς δεν είναι οι προθέσεις όλων όσων συμμετείχαν αλλά στο γεγονός ότι αποτέλεσαν μέρος μιας έξωθεν πολιτικά οργανωμένης διπλωματικής παλινωδίας που φαινομενικά βελτίωνε το κλίμα αλλά κατ’ ουσία άφηνε τα προβλήματα άλυτα ενώ ενίσχυε τον επιτιθέμενο. Αντί λοιπόν σοβαρών διαπραγματεύσεων κυριάρχησαν οι γραφικότητες. Οι σοβαρές διακρατικές διαπραγματεύσεις –οι οποίες εκ της φύσεώς τους είναι σκληρές αναμετρήσεις μέσων και θελήσεων– αντικαταστάθηκαν με αποπροσανατολιστική παραφιλολογία για τις προσωπικές φιλίες και τα «ποικιλόμορφα» διαπροσωπικά ειδύλλια, καθώς και άλλες εκδηλώσεις χωρίς ουσιαστικό πολιτικό περιεχόμενο που έδιναν την εικόνα τερματισμού του τουρκικού αναθεωρητισμού ή ακόμη και κάποιου είδους … ενοποίηση Ελλάδας-Τουρκίας. Ερωτώ: Ο Ανδρέας Παπανδρέου κάποια στιγμή είπε mea culpa. Κάποιοι άλλοι γιατί δεν ζήτησαν συγνώμη όταν ο περιβόητος Τζεμ στον οποίο τόσα πολλά επενδύσαμε υπήρξε έκτοτε ο συνεπέστερος υποστηρικτής του Ντεκτάς! 5ον) Ακόμη πιο σημαντικό, η ανυπαρξία ορθολογιστικής διπλωματίας αποκοίμισε την Ελλάδα με αποτέλεσμα να μην υπάρξουν διαπραγματεύσεις στο πλέγμα σχέσεων Ελλάδας-Τουρκίας-Ευρώπης-ΗΠΑ, αφενός αφήνοντας έτσι το διπλωματικό πεδίο ανοικτό στην Βρετανία και την Τουρκία και αφετέρου αφήνοντας την πρωτοβουλία των κινήσεων όσον αφορά τις διεθνοπολιτικές πτυχές του κυπριακού στους άγγλους διπλωμάτες. Βασικά, μας είπε άγγλος διπλωμάτης πρόσφατα, το 2002 δεν γνωρίζαμε με ακρίβεια τις ελληνικές θέσεις όσον αφορά τις διεθνοπολιτικές πτυχές του κυπριακού.                

 5) Το μαύρο φθινόπωρο της ελληνικής διπλωματίας: Η χαμένη ευκαιρία βιώσιμης λύσης του κυπριακού

 Παρά τις περί του αντιθέτου εντυπώσεις που δημιούργησε η οργανωμένη και ενορχηστρωμένη προπαγάνδα υπέρ του σχεδίου Αναν, η αλήθεια είναι ότι το φθινόπωρο του 2002 η ελληνική διπλωματία κατεδαφίστηκε αναιρώντας ερείσματα δέκα περίπου ετών τα οποία θα επέτρεπαν ταυτόχρονα με την ένταξη να επιλυθεί το χρονίζον κυπριακό ζήτημα. Όπως γίνεται αντιληπτό το πρόβλημα που τίθεται δεν έγκειται στο γεγονός ότι ο Αναν υπέβαλε σχέδιο αλλά το γεγονός ότι δεν υπέβαλε ένα άλλο σχέδιο που θα περιείχε διεθνοπολιτικά και πολιτειακά βιώσιμες προτάσεις επειδή θα βρίσκονταν σε συμβατότητα με την ιδιότητα της Κύπρου ως πλήρους μέλους της ευρωπαϊκής οικογένειας. Για αυτό το αδιαμφισβήτητο γεγονός κάποιοι ευθύνονται: 1ον) Πολύ πριν την εκδήλωση του σχεδίου Αναν οι προαναφερθέντες «εκποιημένοι διανοούμενοι» και άλλοι περιφερόμενοι εντός και εκτός των τειχών του Μαξίμου και του ΥΠΕΞ υποστήριξαν την «συνομοσπονδία» ουσιαστικά δυναμιτίζοντας έτσι την ευρωπαϊκή προοπτική για μια ενιαία και βιώσιμη κυπριακή πολιτεία ενταγμένη στην ΕΕ. Αυτό όπως ήδη αναφέρθηκε προκάλεσε την οργή του πρώην ΥΠΕΞ και σήμερα αρχηγού της προεκλογικής εκστρατείας του ΠΑΣΟΚ αλλά δυστυχώς ελάχιστοι κατανόησαν την σημασία αυτής της εξέλιξης. Πως θα μπορούσαν εξάλλου όταν ο φορέας αυτής της θέσης είναι γνωστό ότι ήταν ο επί τα επικοινωνιακά εντεταλμένος της ανώτατης πολιτικής εξουσίας. 2ον) «Φημολογίες» θέλουν πολλά άτομα της προαναφερθείσης «εκποιημένης διανόησης» να είχαν συμμετάσχει σε αδιαφανείς ομάδες εργασίας υπό αμερικανούς, βρετανούς και γερμανούς «ιδιώτες» που βοηθούσαν στα σκοτεινά παρασκήνια τις αγγλικές ραδιουργίες κατά της ενταξιακής πορείας της Κύπρου. Έτσι, βασικά, με την ανοχή της δική μας πολιτικής εξουσίας και για λόγους που είναι δύσκολο να κατανοηθούν αναιρούσαν τα διαπραγματευτικά ερείσματα της Κύπρου βοηθώντας αυτούς οι οποίοι αντί ένταξης επεξεργάζονταν την διχοτόμηση του νησιού. Δηλαδή: Αντί σχεδιασμού, αποτελεσματικής εφαρμογής του και ανυποχώρητης στάσης απέναντι στα θέματα αρχής που αφορούσαν την κυπριακή ένταξη (βιωσιμότητα, συμβατότητα με κοινοτικό κεκτημένο και απαλλαγή από αποικιοκρατικές εγγυήσεις), στην καλύτερη περίπτωση στην ελληνική πλευρά επικρατούσε γενικευμένο χάος, ασυναρτησία και αναρχία. 3ον) Όταν προαναγγέλθηκε το σχέδιο Αναν, αν και κάποιοι στην Κύπρο και στην Ελλάδα πρόλαβαν να μουρμουρίσουν ότι η υποβολή του έπρεπε να υποβληθεί μετά την υπογραφή της ένταξης τον Απρίλιο του 2003, η ελληνική διπλωματία, εν τούτοις, παρέλειψε να αντιδράσει και αυτό παρά τα ισχυρά ερείσματά μας που θα μας ενίσχυαν στην προσπάθεια αποτροπής υποβολής των προτάσεων για μερικούς μόνο μήνες. Αυτό ήταν ένα απολύτως θεμιτό αίτημα και είχαμε συμμάχους όλους τους συνεταίρους πλην Βρετανίας οι οποίοι ασφαλώς δεν επιθυμούσαν ένα προβληματικό μελλοντικό κράτος-μέλος. Η ορθή ελληνική θέση έπρεπε να ήταν μια μόνο και ακλόνητη: Η ένταξη έπρεπε να διαμορφώσει την λύση και όχι η λύση να προηγηθεί είτε ανατρέποντας έτσι την ένταξη (όπως οι τούρκοι αξίωσαν αργότερα συνδέοντάς την με την ένταξη της Τουρκίας) είτε να προδικάσει πρόνοιες που θα αναιρούσαν την εφαρμογή του κοινοτικού νομικού και πολιτικού κεκτημένου στην Κύπρο. Η Βρετανία, βεβαίως, η οποία ήθελε να επιτύχει διαιώνιση της στρατηγικής εποπτείας επί της Κύπρου και να διατηρήσει τις στρατιωτικές βάσεις πρωτοστάτησε για να υπάρξει μια κολοβή ένταξη. Γιατί, όμως, να βρεθούν έλληνες οι οποίοι, είτε με σύμπραξη είτε με αδράνεια, τους βοήθησαν σ’ αυτές τις ραδιουργίες; Όπως όλοι γνωρίζουν, συντάκτες του αρχικού σχεδίου Αναν είναι οι βρετανοί διπλωμάτες στα χέρια των οποίων η ελληνική διπλωματία άφησε την τύχη ενάμιση εκατομμυρίων ελλήνων της Κύπρου. Αυτοί είναι οι πολιτικοί άνδρες που ζητούν την ψήφο μας επειδή «πέτυχαν» την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ! 4ον) Συντομογραφικά, οι προτάσεις που τελικά υποβλήθηκαν διχοτομούσαν το νησί, δημιουργούσαν ένα τερατώδες μη λειτουργικό πολιτειακό μόρφωμα, καταργούσαν για πάντα την λαϊκή κυριαρχία των κυπρίων και την υπέτασσαν στην τουρκική και βρετανική δικαιοδοσία, πρόβλεπαν παρουσία ξένων στρατευμάτων για πάντα στο νησί και προ-δέσμευαν την ακύρωση της εφαρμογής της κοινοτικής έννομης τάξης στην Κύπρο που θα επικυρωνόταν … από την Πράξη Προσχώρησης. Στην Αθήνα παρακοιμώμενοι της εκσυγχρονιστικής εξουσίας αποφάνθηκαν αποβλακωτικά ότι «αυτό μπορεί να γίνει» (δηλαδή δεν υπάρχει νομικό κώλυμα αν η διχοτόμηση συμφωνηθεί πριν την ένταξη να εξαιρείται η εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου στην Κύπρο) ενώ σε χειρότερες περιπτώσεις όπως αυτή γνωστού εκσυγχρονιστή φιλοσόφου υποστηρίχθηκε ότι στην … μεταεθνική εποχή της μιας υπερδύναμης η λαϊκή κυριαρχία και η συλλογική ελευθερία των μικρών κρατών είναι έννοιες που χάνουν την σημασία τους και γι’ αυτό το σχέδιο Αναν ήταν επουράνια ευλογία και πρωτοποριακό εγχείρημα δημιουργίας μιας «πολυπολιτισμικής πολιτείας» (το πρώτο στην ιστορία θα ήταν αυτό, το δεύτερο και τελευταίο υποθέτουμε σύντομα η Ελλάδα).  

 Τα πιο πάνω ερμηνεύουν το γεγονός ότι όπως γνωρίζουν οι παροικούντες στο ελληνικό ΥΠΕΞ, οι πολιτικοί ιθύνοντες της διπλωματίας μας «φόρεσαν μαύρα περιβραχιόνια» όταν στην Κύπρο η κυπριακή κοινωνία εξ ενστίκτου επιβίωσης επέλεξε τον Τάσο Παπαδόπουλο ως Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας (οι οποίος, αν και ελάχιστοι το γνωρίζουν στην Αθήνα, είναι ένας από τους ικανότερους και πλέον σώφρονες σύγχρονους έλληνες πολιτικούς ηγέτες). Έκτοτε, ο νέος πρόεδρος, παρά τις δυσκολίες που δημιούργησε το «διαπραγματευτικό τετελεσμένο του σχεδίου Αναν» αγωνίζεται να πείσει την Αθήνα για στάση υπέρ βελτιώσεων που θα καταστήσουν την λύση ενδεχομένως στοιχειωδώς βιώσιμη. Τελικά, βεβαίως, η πλεονεξία των τούρκων μας διέσωσε προσωρινά και η Κύπρος εντάχθηκε. Το μεγάλο πρόβλημα, επαναλαμβάνουμε, δεν είναι το γεγονός ότι εκδηλώθηκε το σχέδιο Αναν αλλά το γεγονός ότι εκδηλώθηκε άκαιρα και με περιεχόμενο που δεν ήταν συμβατό με την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ ενώ ταυτόχρονα διχοτομούσε για πάντα το νησί. Σε κάθε περίπτωση, αν και υπάρχουν ακόμη ελπίδες κοσμητικών αλλαγών για τις οποίας εκλιπαρεί η Λευκωσία –και εσχάτως μαθαίνουμε και η Αθήνα– ελάχιστες ελπίδες υπάρχουν για ουσιαστικές αλλαγές. Αν δεν καταφέρουμε ούτε αυτά τα ελάχιστα –και με δεδομένο το γεγονός ότι όσον αφορά την συζήτηση των διεθνοπολιτικών ζητημάτων με την Τουρκία και τις άλλες ενδιαφερόμενες δυνάμεις η Αθήνα συνεχίζει να λειτουργεί με την λογική του ζεϊμπέκικου ως δήθεν καταλύτη επίλυσης διακρατικών διενέξεων– η Κύπρος και η Ελλάδα θα χάσουν την τελευταία ίσως ευκαιρία αποφυγής της διχοτόμησης και δημιουργίας ενός βιώσιμου κράτους.

 Με βάση τα πιο πάνω «πραγματικά γεγονότα», είναι πολιτική ύβρις κάθε ισχυρισμός ότι η ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ αποτέλεσε μεγάλη επιτυχία της ελληνικής διπλωματίας. Η πραγματικότητα είναι ότι οι λανθασμένοι χειρισμοί, η διπλωματική ολιγωρία, το μικρό πολιτικό ανάστημα των ηγητόρων της διπλωματίας μας, το έλλειμμα σχεδιασμού και προνοητικότητας και οι επιρροές της εντός και εκτός των τειχών «εκποιημένης» κοσμοπολίτικης διανόησης –οι επιρροές της οποίας αν συνεχιστούν μετά τις εκλογές θα προκαλέσουν πολύ μεγαλύτερα κακά στην Ελλάδα– ανέτρεψαν ευκαιρίες, δυνατότητες και προοπτικές. Μετά τα κατά συρροή λάθη τα οποία εν τούτοις αποσιωπήθηκαν για να βαπτιστεί η αποτυχία σε επιτυχία, η λύση στην καλύτερη περίπτωση θα υπολείπεται κατά πολύ των αρχικών προσδοκιών μας και στην χειρότερη περίπτωση θα έχουμε «ευρωδιχοτόμηση» που θα διαιωνίσει μια «βόμβα του μέλλοντος».

1. Ανοικτή επιστολή στον Θόδωρο Πάγκαλο για το Κυπριακό, την ένταξη και την «επιτυχία»

"Τύπος της Κυριακής", 18.1.2004

 Παναγιώτης Ήφαιστος, Καθηγητής Διεθνών σχέσεων-στρατηγικών σπουδών

 Πολλοί και πολύ συχνά διαφώνησαν μαζί σας, άλλοι δικαίως και άλλοι αδίκως. Ενώ σχεδόν όλοι αναγνωρίζουν την ευφυία σας και την πολιτική σας ευθύτητα ως τα μεγαλύτερα προσόντα σας, μερικοί ορθά επικρίνουν τις αυθαίρετες αλλαγές θέσεων ενώ κάποιοι άλλοι εκτιμούν το θάρρος σας όταν ενάντια στο ρέμα ο Θόδωρος Πάγκαλος ορθώνει περιεκτικές και βάσιμες θέσεις κατά του πολιτικού ανορθολογισμού στην εξωτερική μας πολιτική Έτσι, κανείς –και πρωτίστως όχι εσείς– δεν μπορεί να λησμονήσει την στάση σας όταν συγκρουστήκατε με το κόμμα σας το οποίο συμπλέοντας με την καταστροφική στάση του τότε κύπριου προέδρου το 1988-91 δεν πίεσε επαρκώς για έγκαιρη υποβολή αίτησης ένταξης. Δεν διστάσατε, αργότερα, επίσης, να πείτε επανειλημμένα ότι αυτή η αργοπορία καθυστέρησε την ένταξη και έτσι ενδεχομένως καθυστέρησε την λύση του κυπριακού. Στη συνέχεια, μαζί με τον αείμνηστο Γιάννο Κρανιδιώτη και την υποστήριξη πολλών άλλων όλων των ιδεολογιών και όλων των παρατάξεων που στήριξαν την ευρωπαϊκή προοπτική της Κύπρου γράφοντας εκατοντάδες άρθρα και αρκετά βιβλία, ως υπουργός συνεχίσατε την πολιτική ένταξης της οποίας αναμφίβολα είστε ο εμπνευστής, αρχιτέκτονας και πιο αποτελεσματικός διπλωμάτης όταν ήσασταν το Υπουργείο Εξωτερικών.

 Η πιο πάνω αναδρομή στον ρόλο σας και στην θέση σας ήταν αναγκαία για να γίνουν κατανοητοί οι λόγοι για τους οποίους στην πλευρά της σημερινής κυβερνώσας παράταξης εσείς και ο Γεράσιμος Αρσένης, καθώς επίσης και ελάχιστα άλλα στελέχη, εκφράσατε οξύτατες επικρίσεις για τις προτάσεις του ΟΗΕ όπως τελικά υποβλήθηκαν από τον ΓΓ τον ΓΓ Κόφι Αναν το Φθινόπωρο του 2002. Κατά την άποψή μου, αυτές οι δημόσιες θέσεις αποτελούν για τους τότε φορείς τους τίτλο τιμής επειδή σε μια σκοτεινή φάση της δημόσιας ζωής κατά την οποία κυριάρχησαν η ιστορική ανεκδοτολογία και οι ανελεύθερες ιδεολογικοπολιτικές εκλογικεύσεις ποικίλων κοσμοπολίτικων παραδοχών –ή οι πνευματικές διαστροφές αυτών που στις 4.11.2003 ονομάσατε «διαστρεμμένη διανόηση» και «εκποιημένες συνειδήσεις»– κάποιοι κράτησαν το λάβαρο του πολιτικού ορθολογισμού. Οι πιο πάνω οξύτατες επικρίσεις σας, σημειώνω, είναι καταγεγραμμένες και θα ήταν τουλάχιστον θλιβερό εάν σήμερα τις λησμονήσετε. Συναφώς, επιτρέψτε μου να κάνω πέντε επισημάνσεις που οριοθετούν τον σημερινό πολιτικό ορθολογισμό ως προς το κρίσιμο ζήτημα του κυπριακού, το οποίο όπως εσείς γνωρίζετε αλλά πολλοί της παράταξής σας λησμονούν αφορά εκατοντάδες χιλιάδες ελληνοκύπριους και τουρκοκύπριους. Επιπλέον, ενόψει κρίσιμων διαπραγματεύσεων επίλυσης του Κυπριακού, αποτελεί ζωτικό εθνικό συμφέρον να μην υποταχθεί ο ορθολογισμός στις  κακώς νοούμενες σκοπιμότητες κομματικής πειθαρχίας σε μια ούτως ή άλλως αμφιλεγόμενη και ρευστή για την παράταξή σας μεταβατική φάση.

 Πρώτο, η υποστήριξη της ένταξης της Κύπρου στην ΕΕ ήταν ευρεία και έτεμνε κάθετα και εγκάρσια τα κόμματα. Γι’ αυτό σήμερα αποτελεί σφετερισμό και απαράδεκτη ιδιοτέλεια η οικειοποίηση του προσανατολισμού της ένταξης από εφήμερες κομματικές σκοπιμότητες ή προσωπικές αρχηγικές φιλοδοξίες ατόμων που περιέπεσαν σε σοβαρά διπλωματικά ή πολιτικά λάθη. Ακόμη πιο σημαντικό, σας επισημαίνω –με παράκληση να το ψάξετε λίγο περισσότερο– ότι θέσεις που υποστήριξαν την πάγια τουρκική θέση για συνομοσπονδία, και για τους φορείς των οποίων χρησιμοποιήσατε βαρύτατους χαρακτηρισμούς (20.2.2002 και 4.11.2003), ακούστηκε ότι μεταφράζονται στην τουρκική γλώσσα από ίδρυμα που ειρωνικά φέρει το όνομα του αείμνηστου ιδρυτού του ΠΑΣΟΚ. Ποιος λοιπόν θα μπορούσε να κλείσει τα μάτια μπροστά στο τεράστιο πολιτικό ολίσθημα τροφοδότησης της φασιστικής τουρκικής επιχειρηματολογίας από χρηματοδοτούμενες με ελληνικά χρήματα μεταφράσεις επιστημονικά αμφιλεγόμενων αναλύσεων; Πόσο αυτό σχετίζεται με τις μετεκλογικές επιλογές των νέων ηγετών του ΠΑΣΟΚ όσον αφορά την τελική λύση και τι πρέπει να σκέφτεται ένας έλληνας ψηφοφόρος που τον βομβαρδίζουν με προπαγάνδα για μεγάλες διπλωματικές επιτυχίες;

 Δεύτερο, ενώ ο προσανατολισμός της ένταξης ήταν διακομματικός, νομίζω είστε ο τελευταίος που μπορείτε να πείτε ότι το 2002-3 οι επικεφαλείς της ελληνικής διπλωματίας ανταποκρίθηκαν στις ανάγκες των περιστάσεων: α) Οι προτάσεις του ΓΓ του ΟΗΕ, όπως και εσείς υποστηρίξατε, δεν βρίσκονταν σε αρμονία με το Κοινοτικό πολιτικό και νομικό κεκτημένο, β) αφέθηκαν να υποβληθούν άκαιρα και παρά τις αντιρρήσεις μας (που έπρεπε για να είναι επιτυχείς να ήταν πολύ πιο έντονες και πολύ πιο εύστοχες), γ) παράγοντες της διπλωματίας μας ευνόησαν μια απίστευτη καμπάνια ιστορικής ανεκδοτολογίας για να πείσουν τον ελληνικό λαό ότι οι προτάσεις αποτελούσαν «ιστορική ευκαιρία» και δ) προσκείμενοι σ’ αυτούς «διανοητές» υποστήριξαν ότι στην μεταεθνική εποχή ο συμβιβασμός σε θέματα ελευθερίας-λαϊκής κυριαρχίας είναι «σοφία της περιορισμένης δυνατότητας» και υποχρεωτική λόγω «ηγεμονικής αναγκαιότητας». Είναι ή δεν είναι τέτοιες στάσεις, συμπεριφορές και διπλωματικοί χειρισμοί αυτοχειριασμός; Πως μπορεί κάποιος, λοιπόν, ελαφρά τη καρδία, να ομιλεί για διπλωματικές επιτυχίες;

 Τρίτο, όσο κανείς άλλος γνωρίζετε ότι αν το σχέδιο Αναν αν δεν αλλάξει για να είναι συμβατό με την ιδιότητα του μέλους της ΕΕ α) κατ’ ουσίαν αναιρεί την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ, β) δημιουργεί ένα πολιτειακό τερατούργημα που καταστέλλει την λαϊκή κυριαρχία-ελευθερία όλων των ελλήνων και γ) θα αποτελέσει εστία συγκρούσεων και κινδύνων για την ασφάλεια όλων των εμπλεκομένων κρατών.

 Για τους πιο πάνω και πολλούς άλλους λόγους, αγαπητέ κ Πάγκαλε, έστω και αν αυτό σημαίνει κόστος για το κόμμα στο οποίο ανήκετε, ως ψηφοφόρος και άτομο που στο παρελθόν αγωνίστηκε παράλληλα με εσάς γι’ αυτή τη μεγάλη υπόθεση παίρνω το θάρρος να σας πω δημοσίως ότι έχετε πολιτικό χρέος να αποκαταστήσετε την αλήθεια και τον ορθολογισμό στον δημόσιο διάλογο: Πρώτο, η επιτυχία της ένταξης της Κύπρου στην ΕΕ ανήκει σε πολλούς και όχι κατ’ ανάγκη σ’ αυτούς που συμβατικά και όλως περιέργως κατονομάζουν πολλοί σχολιαστές ή πολιτικολογούντες ως δαφνοστεφανομένους πρωτεργάτες της «επιτυχίας». Δεύτερον, έγιναν σοβαρά λάθη ή παραλείψεις στην φάση υποβολής των προτάσεων του ΓΓ του ΟΗΕ το 2002-3 για τις οποίες απαιτείται να αποδοθούν πολιτικές ευθύνες. Τρίτο, για μια υπόθεση που και εσείς στο παρελθόν παλέψατε με επιτυχία απαιτείται σήμερα εγρήγορση και ορθολογισμός που δεν πρέπει να επισκιαστεί από τον φανερό πλέον λαϊκισμό της προεκλογικής περιόδου. Η Κύπρος, δεν πρέπει για ακόμη μια φορά να καταστεί εξιλαστήριο θύμα ελλαδικού πολιτικού ανορθολογισμού, λαϊκισμού και εφήμερων κινήσεων εντυπωσιασμού! Έτσι, για να μην υποστούμε εθνική πανωλεθρία όταν, όπως φαίνεται να οδηγούν τα πράγματα, η επιτυχία της ένταξης μετατραπεί σε «ευρωδιχοτόμηση», είναι αναγκαίο να πάρετε πολιτικές πρωτοβουλίες αποκατάστασης της αλήθειας και δημόσιας δέσμευσης όλων –και κυρίως του κόμματός σας– στην ανάγκη αλλαγών στο σχέδιο Αναν που θα καθιστούν την κυπριακή πολιτεία βιώσιμη και συμβατή με την ιδιότητα του μέλους της ΕΕ. Εσείς υποθέτω γνωρίζετε τις εκκλήσεις της δύσμοιρης κυπριακής πολιτικής ηγεσίας που εδώ και μήνες ζητεί συμπαράσταση για αλλαγές έστω και της τελευταίας στιγμής, για να περισωθούν τα στοιχειώδη και ουσιώδη μιας βιώσιμης λύσης αποτρέποντας έτσι διλήμματα του τύπου «είτε μια μη βιώσιμη λύση είτε μια «ευρωδιχοτόμηση».

 2. Είναι η αξίωση ισόρροπων σχέσεων «αντιαμερικανισμός»;

"Τύπος της Κυριακής", 25.1.2004

 Παναγιώτης Ήφαιστος Καθηγητής Διεθνών-στρατηγικών σπουδών, Πάντειον Πανεπιστήμιο.

 Ο ύστερος πολιτικός παραλογισμός του προεκλογικού μας αγώνα αφορά τον «αντιαμερικανισμό». Φθάσαμε στο σημείο που αν κάποιος διερωτηθεί κατά πόσο στην Ελλάδα υπάρχει κίνδυνος να ξανακουστεί το γνωστό «ιδού ο στρατός σου» αυτομάτως χαρακτηρίζεται ως δήθεν «αντιαμερικανός». Αυτό ισοδυναμεί με θέση πως η απαίτηση των ηγετών ενός ανεξάρτητου κράτους για ισόρροπες σχέσεις με τα ισχυρότερα κράτη είναι κάτι το περίεργο ή και κάτι το πρωτοφανές. Όντως, στο παρελθόν, αριστερά και δεξιά ιδεολογήματα θεωρούσαν την Ελλάδα αναλώσιμη στο βωμό πρώην ανατολικών και δυτικών ηγεμονισμών. Τέσσερις σύντομες επισημάνσεις:

Πρώτο, μπορεί η υποτέλεια και η υποχωρητικότητα στην διεθνή πολιτική να προκαλεί φιλικά ηγεμονικά κτυπήματα στην πλάτη αλλά στην πραγματικότητα προκαλεί την περιφρόνηση των ηγετών των ισχυρών κρατών. Δεύτερο, καλός ηγέτης είναι όχι αυτός που τον αγαπούν οι ηγέτες των ξένων κρατών αλλά αυτός που τον σέβονται οι σύμμαχοι και τον φοβούνται οι εχθροί. Τρίτο, καλός ηγέτης είναι όχι αυτός που είναι πάντα έτοιμος να κάνει παραχωρήσεις αλλά αυτός ο οποίος, επειδή ακριβώς γνωρίζει ότι η διπλωματία είναι μια αδυσώπητη αναμέτρηση μέσων και θελήσεων και μια διαρκής διαπραγμάτευση στη βάση των εθνικών συμφερόντων, διεκδικεί ισοτιμία-αμοιβαιότητα, απαιτεί ισορροπία συναλλαγών και ποτέ δεν υποχωρεί επί θεμάτων που αφορούν τα έσχατα κυριαρχικά συμφέροντα όπως αυτά κατοχυρώντονται στις διεθνείς συνθήκες. Τέταρτο, ιδιαίτερα ο ηγέτης μιας λιγότερο ισχυρής χώρας απαιτείται να έχει πλήρη συναίσθηση του γεγονότος ότι οι σχέσεις με τις μεγάλες δυνάμεις είναι ένας αδιάκοπος και δύσκολος αγώνας ούτως ώστε η ασυμμετρία ισχύος να μη καθίσταται ασυμμετρία πολιτικών σχέσεων.

Ο πολιτικός ηγέτης ανεξαρτήτως ιδεολογίας είναι αταλάντευτα πιστός στην εθνική ανεξαρτησία η οποία, πρακτικά  μιλώντας, αποτελεί το ισοδύναμο της ελευθερίας στις ενδοκρατικές σχέσεις. Αν λοιπόν κάποιος επίδοξος ηγέτης είπε στο παρελθόν ότι «το εθνικό συμφέρον και η κυριαρχία είναι έννοιες ξεπερασμένες», είναι θεμιτό να διερωτηθεί κάποιος για την καταλληλότητά του όταν διεκδικεί ύψιστα πολιτικά αξιώματα! Γενικότερα μιλώντας, το ζήτημα αυτό τέθηκε σε λάθος βάση από τον Θόδωρο Πάγκαλο, όταν σε πρόσφατη συνέντευξή του υποστήριξε πως πιθανά ερωτήματα για την βαθμίδα δέσμευσης στο εθνικό συμφέρον ενός ηγέτη ο οποίος διατυπώνει τέτοιες ή ανάλογες θέσεις συνιστά αμφισβήτηση του πατριωτισμού του. Το ζήτημα όμως δεν είναι οι προθέσεις αλλά η «κοσμοθεωρία» ενός πολιτικού ηγέτη η οποία όπως συχνά συμβαίνει δεν είναι η ίδια για όλα τα άτομα. Εμείς δύσκολα θα φτάναμε στο σημείο να μιλήσουμε για «συνεργάτες προδοτών» και «εκποιημένη διανόηση» όπως έκανε ο Θόδωρος Πάγκαλος. Ερωτούμε όμως: Δεν υπάρχουν βαθμίδες δέσμευσης στην πατρίδα και στα εθνικά συμφέροντα; Δεν υπάρχουν κοσμοθεωρίες που δεν είναι συμβατές με την εθνική ανεξαρτησία και τα εθνικά συμφέροντα; Ποιοι και πόσοι λανθσμένα θεωρούν το κράτος αναλώσιμο στο βωμό διεθνιστικών-κοσμοπολίτικων ιδεολογημάτων τη στιγμή που κάποιοι άλλοι ορθά το θεωρούν θεσμό συλλογικής ελευθερίας-ανεξαρτησίας; Ποιοι και πότγε μίλησαν με επιπολαιότητα υποστηρίζοντας βασικά πως η αλληλεξάρτηση και η παγκοσμιοποίηση καθιστούν τον κρατική κυριαρχία περιττή και αναλώσιμη; Πόσοι και ποιοι υποστήριξαν πως η λαϊκή κυριαρχία των κυπρίων που καταργούσε το αρχικό σχέδιο Αναν δεν είχε σημασία επειδή εισερχόμαστε στην… μεταεθνική εποχή και πόσοι άλλοι υποστήριξαν ότι η βιωσιμότητα και δημοκρατικότητα του κυπριακού κράτους είναι ζωτικής σημασίας τόσο για τους ελληνοκύπριους όσο και για τους τουρκοκύπριους! Δηλαδή, ο κύριος Πάγκαλος θα κατέτασσε στην ίδια βαθμίδα δέσμευσης στα ελληνικά εθνικά συμφέροντα εκείνους που υποστηρίζουν ότι επειδή βρισκόμαστε στην «μεταεθνική εποχή» η λαϊκή κυριαρχία είναι περιττή με εκείνους που υποστηρίζουν ότι η εθνική μας ανεξαρτησία και η λαϊκή μας κυριαρχία είναι η συλλογική μας ελευθερία; Τέτοια ισοπέδωση μόνο στο πλαίσιο αγοραίων συζητήσεων θα μπορούσε να γίνει και δεν αρμόζει σε ευφυής ανθρώπους. Πολιτικοί λοιπόν των οποίων το πολιτικό βιογραφικό δείχνει ότι πάντοτε στήριζαν την λαϊκή κυριαρχία και την εθνική ανεξαρτησία καλά θα κάνουν να αποφεύγουν να θυσιάζουν τον ορθολογισμό στο βωμό μικροπολιτικών και εφήμερων κομματικών ισορροπιών. Κυρίως είναι τίμιο να θυμούνται οι ίδιοι τι έλεγαν στο παρελθόν.

Αξίωση ισόρροπων και αξιοπρεπών σχέσεων στις σχέσεις μας με τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι λοιπόν «αντιαμερικανισμός» αλλά διακρατικός ορθολογισμός. Αυτοί που θεωρούν ως «αντιαμερικανισμό» την αξίωση αμοιβαιότητας-ισοτιμίας και ισορροπίας σχέσεων φαίνεται ξέχασαν ποιοι ανταγωνιζόταν αυτό το ισχυρό κράτος άσκοπα και συχνά άδικα (υπόθεση ευρωπυραύλων), ποιοι συνέπλευσαν με τις ΗΠΑ σε λανθασμένες επιλογές και μάλιστα άνευ ανταλλαγμάτων (πόλεμος στο Ιράκ και χρήση της βάσης της Σούδας) και ποιοι στο αποκορύφωμα μιας μεγάλης κρίσης άφησαν να υποβληθεί το σχέδιο Αναν που τώρα τρέχουν να … βελτιώσουν. Στις διεθνείς σχέσεις και λόγω της φύσης του διεθνούς συστήματος (κυρίαρχα κράτη τα οποία επιδιώκουν εκπλήρωση διαφορετικών –άλλοτε συγκλινόντων, άλλοτε ανταγωνιστικών και ενίοτε εχθρικών– εθνικών συμφερόντων) δεν υπάρχουν φίλοι αλλά συμφέροντα στην βάση των οποίων οι πολιτικοί ηγέτες συναλλάσσονται ανταλλακτικά. Όλοι –και ιδιαίτερα τα ισχυρά κράτη των οποίων ο ορθολογισμός δεν πρέπει να υποτιμάται– αναμένουν από λιγότερο ισχυρά κράτη να θέτουν ένα απαραβίαστο σύνορο ως προς το οποίο δεν υπάρχει υποχώρηση, δεν υπάρχει κατευνασμός και δεν υπάρχει διάλογος. Αυτό το σύνορο είναι η ακεραιότητα των συνόρων της εθνικής επικράτειας και η ελευθερία-αξιοπρέπεια των πολιτών (που στην περίπτωσή μας για νομικούς και ηθικούς λόγους καλύπτει και τους πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας!). Όταν λοιπόν πρόσφατα έγινε σοβαρά λόγος για «εκποιημένη διανόηση» καλά θα έκανε αυτός που υποστήριξε αυτή την σημαντική και ορθή θέση να γνώριζε τι λένε οι ίδιοι οι αμερικανοί γι’ αυτούς που δουλικά-εκποιημένα υπηρετούν τα συμφέροντά τους σε «ηττημένα» και διαλυμένα κράτη. Σκοπός των ΗΠΑ τις τελευταίες δεκαετίες, έγραψαν πρόσφατα τρις αμερικανοί αναλυτές για τους φορείς «κριτικών-κονστρουκτιβιστικών» ιδεών που αποτελούν και την κυρίαρχη τάση στην Ελλάδα, «είναι να κατορθώσει να αλλάξει τις παραστάσεις με βάση τις οποίες οριοθετούνται οι ιδεολογικές πεποιθήσεις σε λιγότερο ισχυρά κράτη ή ηττημένες πολιτείες». Έτσι, συνεχίζουν, «οι Hνωμένες Πολιτείες, για παράδειγμα, πίεσαν συστηματικά και επίμονα για τη διάδοση συγκεκριμένων πεποιθήσεων ως προς το πώς πρέπει να είναι το όραμα της διεθνούς κοινωνίας [που τις συνέφερε] μετά τον B΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και ανανέωσαν και αναζωογόνησαν [αυτή τη στρατηγική] την  μεταψυχροπολεμική εποχή». Επειδή λοιπόν η Ελλάδα δεν είναι «ηττημένη πολιτεία» ή υποψήφιο θύμα για θυσία στο βωμό εφήμερων ηγεμονικών συμφερόντων, είναι φυσικό οι πολίτες να εξετάζουν εξονυχιστικά τις κοσμοθεωρίες και τις ιδεολογικές δεσμεύσεις ενός έκαστου επίδοξου πολιτικού ηγέτη όσον αφορά την κρατική κυριαρχία και τα εθνικά συμφέροντα. Επίσης, τις δεσμεύσεις στην εθνική ανεξαρτησία, την λαϊκή κυριαρχία και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Καλές σχέσεις με την υπερατλαντική σύμμαχο της Ελλάδας μπορούν να υπάρξουν μόνο στην βάση αξιώσεων για ισοτιμία, αμοιβαιότητα και ισορροπία συναλλαγών. Μια τέτοια στάση όχι μόνο δεν αποτελεί «αντιαμερικανισμό» αλλά, επιπλέον, οι αμερικανοί ηγέτες, ακόμη και όταν διαφωνούν, την θεωρούν ορθολογιστική και σεβαστή. Σε τελευταία ανάλυση δεν χρειάζεται να είναι κάποιος αμερικανός για να γνωρίζει την αμερικανική νοοτροπία και την αμερικανική διπλωματική τακτική!!

Ο άθεος ως ηγέτης

Παναγιώτης Ήφαιστος, «Τύπος της Κυριακής» 1.2.2004

Άθεος ηγέτης και κοσμικό κράτος

Στηλιτεύοντας τον πολιτικό ανορθολογισμό των άθεων «διαφωτιστών» ο μεγάλος μας στοχαστής Παναγιώτης Κονδύλης έγραψε ότι ανεξάρτητα των προσωπικών θρησκευτικών πεποιθήσεων του καθενός δεν μπορεί να παραβλεφτεί η σημασία των μεταφυσικών κατασκευών στον κοινωνικοπολιτικό βίο, στην διαμόρφωση των συλλογικών ταυτοτήτων, στην οικοδόμηση των εθνικών κοσμοθεωριών και στην διασφάλιση της πολιτικής κυριαρχίας ενός κράτους. Δυστυχώς, στην Ελλάδα η συζήτηση περί το ζήτημα περιορίζεται σε αστειότητες αρθρογράφων κυριακάτικων εφημερίδων οι οποίοι ειδικεύονται στην «περιπαικτική επιφυλλιδογραφία». Πρόκειται για μια παρδαλή μάζα στοχαστικών υπολειμμάτων των πιο ακραίων «άθεων» και «εταιρικών» αντιλήψεων τα οποία όντας πνευματικά βαθιά νυχτωμένα κόλλησαν στο τέλμα της θεοκρατικής-κοσμικής διαμάχης του 15ου αιώνα. Συχνά λοιπόν ο Διαφωτισμός ισοπεδώνεται, απλουστεύεται και προσαρμόζεται στις εφήμερες επικοινωνιακές ανάγκες της εργολαβικής αντι-Εκκλησιαστικής εκστρατείας και στην αβυσσαλέα υποκειμενική γνώμη του εκάστοτε επιφυλλιδογράφου.

            Ποιοι είναι λοιπόν φανατικοί και ποιοι έχουν τρικυμισμένο εγκέφαλο; Ποιος πολιτικός ηγέτης είναι άθεος και τι σημαίνει αυτό για την διακυβέρνηση της Ελλάδας; Έχουμε ή δεν έχουμε δικαίωμα να ρωτούμε τους επίδοξους ηγέτες «τι θεό πιστεύουν»; Αναμφίβολα, τόσο ένας άθεος όσο και ένας θρήσκος επίδοξος ηγέτης έχουν το ίδιο ακριβώς δικαίωμα διεκδίκησης των ανώτατων πολιτειακών αξιωμάτων. Οι κοσμοθεωρίες τους, όμως, δεν είναι «ατομικό δεδομένο». Αμφότεροι, έχουν υποχρέωση να ξεδιπλώσουν στους ψηφοφόρους την κοσμοθεωρία τους, να εξηγήσουν τις θέσεις τους απέναντι στα ζητήματα που αφορούν τις θρησκείες και κυρίως, επειδή υπάρχει πληθώρα αντιθετικών παραδοχών γι’ αυτό το καίριο ζήτημα, να εξηγήσουν τον τρόπο που αντιλαμβάνονται το «κοσμικό κράτος» σε σχέση με την θρησκεία. Αυτό σε τελευταία ανάλυση είναι άμεση ανάγκη επειδή ορισμένοι φαίνεται ότι βάλθηκαν να μας πείσουν πως στην Ελλάδα θα υπάρξει αυτό που πουθενά δεν υπάρχει, δηλαδή εσωτερική διάσπαση της ελληνικής Πολιτείας, με σκοπό την μετατροπή της σε κατακερματισμένο «πολυπολιστισμικό κράτος», στο πλαίσιο του οποίοι οι μανιακοί υποστηρικτές φασιστοειδών «ιδεαλιστικών» δογμάτων θα μετατρέψουν την θρησκευτική πίστη σε θήραμα των διεστραμμένων κοσμοπολίτικων φαντασιώσεών τους. Συναφώς, δεν χρειάζεται να είναι κάποιος θρήσκος ή θρησκευόμενος για να γνωρίζει ότι ο Διαφωτισμός δεν παρήγαγε μόνο τον Εμμανουήλ Καντ ή άλλους ανάλογης εμβέλειας στοχαστές αλλά και ακραίες αθεϊστικές παραδοχές οι οποίες ευθύνονται για «ιδεαλιστικές» ανωμαλίες όπως ο κομμουνιστικός αθεϊσμός, ο χιτλερικός αυταρχισμός και το «εταιρικό κράτος» στην διαδικασία ευρωπαϊκή ολοκλήρωσης, διαστροφή και παραλογισμός που εγκαταλείφθηκε βιαστικά την δεκαετία του 1960 μπροστά στην πείσμονα αντίσταση του ευρωπαϊκού εθνικού κράτους. Επειδή λοιπόν κάποιοι επιφυλλιδογράφοι στηριγμένοι στην εφήμερη επικοινωνιακή και αριθμητική τους υπεροχή βάλθηκαν να αποβλακώσουν την ελληνική κοινωνία ας πούμε τα πράγματα με το όνομά τους. 

Θεοκρατία, γένεση του έθνους-κράτους και ορθοδοξία

Κατά πρώτον, το δυτικοευρωπαϊκό εθνικό κράτος αναδείχθηκε ως θεσμός στο πλαίσιο αγώνων πολιτικής κυριαρχίας των ευρωπαϊκών κοινωνιών κατά της Ρωμαιοκαθολικής αξίωσης ίδρυσης πανευρωπαϊκής θεοκρατικής πολιτείας. Σ’ αυτό οφείλεται ο «ανεξίθρησκος» χαρακτήρας του δυτικοευρωπαϊκού εθνικού κράτους και αυτό με κανένα τρόπο δεν υποδηλώνει πως οι κοινωνίες είναι άθρησκες. Αντίθετα με αυτές τις ιστορικές συνθήκες γένεσης του κράτους στην Ευρώπη, σ’ ανατολικά κράτη όπως η Ελλάδα, εκτός του ότι η επιβίωση των κοινωνιών τους οφείλεται, εν πολλοίς, στην θρησκευτική πίστη, οι ηγεσίες των Εκκλησιών κατά κανόνα ηγήθηκαν των αγώνων για ανεξαρτησία-ελευθερία ενάντια στις δυναστικές πολυεθνικές αυτοκρατορίες. Κατά συνέπεια, ο διαμορφωτικός ρόλος της Εκκλησίας στο κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι ήταν βαθύτατα διαφορετικός: Στην Ευρώπη το κράτος κτίστηκε ενάντια στους εκκλησιαστικούς ηγέτες (και όχι βεβαίως ενάντια στην θρησκεία) και στην Ελλάδα το κράτος κτίστηκε σε συμμαχία με την Εκκλησία. Γι’ αυτό μόνο στα πλαίσια αγοραίων ή αστείων περιπαικτικών αναλύσεων μπορεί να συγκριθεί η έννοια του κοσμικού κράτους στην Δύση με το κοσμικό κράτος ανατολικών Πολιτειών όπως η Ελλάδα. Επιπλέον, για πολύ συγκεκριμένους λόγους, το κοσμικό κράτος ορθόδοξων κρατών όπως η Ελλάδα είναι για την Δυτική Ευρώπη παράδειγμα προς μίμηση. Η Ορθοδοξία είναι από μόνη της μια αντιρατσιστική, δημοκρατική και πλουραλιστική οικουμενική κοσμοθεωρία. Αυτό το ηθικοφιλοσοφικό υπόβαθρο και ο θεολογικός λόγος είναι βαθύτατα εμπεδωμένος στα ήθη και στα έθιμα του λαού αναπόφευκτα προσαρμόζει τις ηθικοκανονιστικές δομές του κοσμικού κράτους στις παραδόσεις της πολυπολιτισμικής-πολυθρησκευτικής συνύπαρξης με κοινωνικές ομάδες άλλων χριστιανικών δογμάτων και άλλων θρησκειών. Αυτό, σ’ αντίθεση με την Δύση, όχι μόνο δεν θέτει δίλημμα «Θεοκρατία ή κοσμικό κράτος» αλλά συνεισφέρει στην δημιουργία ενός βιώσιμου και ώριμου κοινωνικοπολιτικού συστήματος. Σε κάθε περίπτωση, δεν χρειάζεται να είναι κάποιος θρήσκος για να γνωρίζει ότι οι ηθικοφιλοσοφικές παραδοχές της Ορθοδοξίας είναι βαθύτατα αντιρατσιστικές, βαθύτατα πλουραλιστικές και εξ αντικειμένου προσαρμόσιμες σε κάθε (πολύ)πολιτισμικό περιβάλλον. Η κοινωνία του σύγχρονου ελληνικού κράτους, παρά τις στοχαστικές επιρροές ανόητων και επιπόλαιων κοσμοπολίτικων ιδεολογημάτων είναι προικισμένη με αυτή την οικουμενική πολιτισμική-θρησκευτική κληρονομιά γεγονός που επιτρέπει βιώσιμες κοινωνικές ισορροπίες που πολλοί στην Δυτική Ευρώπη θα ζήλευαν. Αυτές τις ισορροπίες της ελληνικής κοινωνίας φαίνεται ότι κάποιοι άφρονες σκοπό έχουν να τις διαταράξουν όταν χλευάζουν τον θρησκευτικό και πολιτικό πολιτισμό μας και όταν μας καλούν να μιμηθούμε τα ιδεολογήματα ανώριμων κοινωνιών. 

Ρατσισμός και πολυπολιτισμικές κοινωνίες στην Ευρώπη

Κατά δεύτερον, την ηθικοφιλοσοφική ωριμότητα της ελληνικής κοινωνίας και άλλων ορθόδοξων κοινωνιών πολλοί θα την ζήλευαν. Μπορεί λόγω ενός ιστορικά ασθενούς και έξωθεν εξαρτημένου κράτους να υπάρχουν μύρια προβλήματα στην Ελλάδα αλλά αυτό δεν συγκρίνεται με την προβληματική εξέλιξη και διαμόρφωση του δυτικού κράτους. Αυτό καταμαρτυρείται από τις γενοκτονίες, τις εθνοκαθάρσεις και την διαχρονική ευρωστία των ρατσιστικών κομμάτων κατά τη διάρκεια της νεότερης ευρωπαϊκής ιστορίας. Δεν χρειάζεται παρά να έχεις μάτια για δεις ότι οι εσωτερικές ισορροπίες μεταξύ του δυτικοευρωπαϊκού κράτους, των Εκκλησιών και καθ’ έκαστο κράτος κοινωνικού περίγυρου ήταν και συνεχίζουν να είναι εύθραυστες, ευάλωτες και συχνά επικίνδυνα υπερευαίσθητες στους μετανάστες, στις μειονότητες και στους ξένους. Άπειρα παραδείγματα της ύστερης ευρωπαϊκής ιστορίας επαληθεύουν αυτό το γεγονός, καθώς επίσης και το γεγονός ότι η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση –η οποία ως ιδέα σκοπό είχε, ακριβώς, να αντιμετωπίσει αυτά τα υπαρκτά προβλήματα– ελάχιστα επηρέασε τις πιο πάνω εγγενείς υποβόσκουσες τάσεις. Μόνο μερικοί έλληνες άσχετοι και φανατικοί που πρωτοστάτησαν στην υπόθεση του αντιδημοκρατικού μέτρου υποχρεωτικής απάλειψης του θρησκεύματος από τις ταυτότητες των ελλήνων πολιτών, πιστεύουν πως στην Ευρώπη υπάρχει ένας θαυμαστός πολυπολιτισμικός πλουραλισμός και πως η ισορροπία κράτους-κοινωνίας των ευρωπαϊκών πολιτειών είναι ιστορικά δεδομένη, σταθερή και χωρίς προβλήματα. Με πιο απλά λόγια, ενώ ένας έλληνας ή σέρβος ελάχιστα ενοχλείται αν δίπλα του περνούν γυναίκες με μαντίλες, εβραίοι με σκουφάκια ή έλληνες με φουστανέλες, επειδή ο γάλλος στερείται πολυπολιτισμικών παραδόσεων δεν αποκλείεται να αντιδράσει νευρικά, σπασμωδικά και φανατικά. Αυτά είναι τα αίτια των πρόσφατων μέτρων της γαλλικής κυβέρνησης στα οποία αναφέρθηκε ο αρχηγός της Ελλαδικής Ορθόδοξης Εκκλησίας όταν –αν ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος μου επιτρέπει να διερμηνεύσω τις θέσεις του– στηλίτευσε τα μέτρα της γαλλικής κυβέρνησης κατά της μαντίλας. Η αλήθεια λοιπόν είναι ότι στην Ευρώπη υποβόσκουν ισχυρές αποσταθεροποιητικές τάσεις που κατά καιρούς εκδηλώνονται ως ναζισμός, εθνικισμός-σοβινισμός και ξενοφοβία. Οι πρόσφατες αποφάσεις της γαλλικής πολιτείας, ακριβώς, αποτελούν χαρακτηριστική αμήχανη και σπασμωδική αντίδραση κατά της ύστερης όξυνσης της πολυπολυτισμικότητας στα ευρωπαϊκά κράτη την οποία, όπως δείχνουν οι συχνές αυξομειώσεις των ποσοστών των ρατσιστικών κομμάτων, δεν φαίνεται να αντέχουν οι ηθικοκανονιστικές δομές των εξ αντικειμένου ελάχιστα ανεκτικών ευρωπαϊκών κοινωνιών. Και είναι βαθιά νυχτωμένοι, αν επικίνδυνα αιθεροβάμονες, αν κάποιοι αφελείς κοσμοπολίτες νομίζουν ότι νομικίστικες αντιλήψεις του κοινωνικοπολιτικού γίγνεσθαι αντισταθμίζουν την κοινωνική ανωριμότητα, το έλλειμμα ηθικής και την ιδεολογική σύγχυση στην Ευρώπη.

«Μαντίλες», ο Αρχιεπίσκοπος και το αυγό του φιδιού

Συνοψίζω: το πρόβλημα της Γαλλίας είναι κατά συνέπεια πολύ διαφορετικό απ’ ότι κάποιοι ισχυρίζονται: Η αύξηση της πολιτισμικής ανομοιογένειας σε συνδυασμό με το ιστορικό έλλειμμα παραδοχών πολυπολιτισμικής και πολυθρησκευτικής συμβίωσης κατά καιρούς προκαλεί κοινωνική νευρική κρίση και σπασμούς, φαινόμενα για τα οποία κάποιος πρέπει να θλίβεται και όχι να ζηλεύει. Είναι κατ’ ουσίαν ομολογία των προαναφερθέντων βαθύτατων αντιφάσεων και ανισορροπιών του σύγχρονου ευρωπαϊκού κράτους τις ασθενείς πολιτισμικές δομές του οποίου ζηλεύουν μερικά ελληνικά στοχαστικά υποπροϊόντα ακραίων-αθεϊστικών νεωτερικών ιδεολογημάτων. Υπονομεύουν έτσι, τις βαθύτατες, υγιείς, πλουραλιστικές και δημοκρατικές παραδοχές των Ελλήνων των οποίων βασικός φορέας και εκφραστής είναι η Ορθόδοξη Εκκλησία. Μόνο στους φανατισμένους και πνευματικά υπανάπτυκτους μονόλογους των ελλήνων κοσμοπολιτών που εκκολάπτουν το αυγό του φιδιού του ύστερου νεοελληνικού φασισμού ακούονται αντίθετοι ισχυρισμοί, γεγονός που κάνει κάποιο να διερωτηθεί κατά πόσον βαθύτερος πόθος μερικών είναι ενδεχομένως άλλος: Η συνειδησιακή απονεύρωση των ελλήνων, η αποδυνάμωση του κοινωνικού φρονήματος και η κατεδάφιση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους ή η παντελής καθυπόταξή του σε κάποια ηγεμονία όπως με φανατισμό υποστηρίζουν τα ψοφοδεή κατάλοιπα της κοσμοπολίτικης αριστεράς, οι ηρακλειδείς δηλαδή του ασυνάρτητου αναρχοαριστερονεοφιλελεύθερου ιδεολογικού τέρατος που ευδοκιμεί και ανθεί στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Η εφήμερη αριθμητική τους υπεροχή είναι και ο δείκτης της ύστερης στοχαστικής και πολιτικής παρακμής στην Ελλάδα!

Ο κοινωνικός ρόλος της θρησκείας και το νεκροταφείο των ιδεών

Αν και μερικοί εθελοτυφλούν, δεν χρειάζεται κάποιος να είναι θρήσκος για να καταλάβει την σημασία της μεταφυσικής πίστης στην κοινωνικοπολιτική συγκρότηση όλων των  κοινωνιών. Ανεξαρτήτως της κοινωνίας στην οποία αναφερόμαστε, ο αντιθρησκευτικός φανατισμός είναι αναχρονισμός και επικίνδυνη στάση που στην Ελλάδα άρχισε να παίρνει ανησυχητικές διαστάσεις. Σχεδόν όλοι οι πολίτες όλων των κοινωνιών είναι προικισμένοι με πνευματικό κόσμο του οποίου η πίστη στον θεό είναι το κυρίαρχο χαρακτηριστικό. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο μερικοί επιφανείς φιλόσοφοι των νεότερων χρόνων που αερολόγησαν περί του αντιθέτου βρίσκονται στο νεκροταφείο των ιδεών από το οποίο τα προαναφερθέντα ελληνικά στοχαστικά υποπροϊόντα τους αντλούν τα αυθαίρετα ιδεολογήματά τους. Σε οποιαδήποτε κοινωνία κι αν αναφερόμαστε, αν αμφισβητηθούν οι κρατούσες μεταφυσικές αντιλήψεις και εάν επιχειρηθούν αντιδημοκρατικές-τυραννικές για την πλειονότητα ηθικοκανονιστικές δομές αναπόδραστα θα προκληθούν κοινωνικές τριβές και θα αποδυναμωθεί η αναγκαία και μη εξαιρετέα εσωτερική πολιτική και κοινωνική ενότητα. Θα πρόσθετα ότι μπορεί κάποιοι επιφυλλιδογράφοι να αερολογούν ανεύθυνα αλλά οι πολιτικοί ηγέτες δεν έχουν την πολυτέλεια να «παίζουν με την φωτιά», δηλαδή με την πίστη των πολιτών, την νομιμοφροσύνη στην πατρίδα και τις πιστές στις παραδόσεις κοσμοθεωρίες των διαμορφωμένων κοινωνιών.

Ο άθεος πολιτικός ηγέτης και η διακυβέρνηση της χώρας

Κατά συνέπεια, κάθε πολιτικός ηγέτης που φιλοδοξεί να ηγηθεί μιας οποιασδήποτε κοινωνίας, είναι τίμιο και ορθό να δηλώνει δημοσίως, γενναία και ευθαρσώς εάν ο ίδιος είναι άθεος ή θρήσκος και να ξεδιπλώνει χωρίς αναστολές όλες τις πτυχές της ατομικής του κοσμοθεωρίας και των προσωπικών φιλοσοφικών παραδοχών. Είναι ορθολογιστικό, σ’ αυτό το πλαίσιο, να τοποθετείται με ακρίβεια και σαφήνεια για τον τρόπο με τον οποίο οι κρατούσες πνευματικές παραδοχές της κοινωνίας της οποίας φιλοδοξεί να ηγηθεί συνδέονται με την δική του αξίωση διακυβέρνησης της χώρας, με την σχεδιαζόμενη από αυτόν ή τους συνεργάτες του θέσπιση των νόμων που αφορούν την θρησκεία, την Εκκλησία και τις υπόλοιπες ηθικοκανονιστικές δομές της Πολιτείας. Αν και αναμφίβολα ο καθένας είναι ελεύθερος να είναι θρήσκος ή άθεος, η κοσμοθεωρητική, φιλοσοφική και ηθική διαμόρφωση του πολιτικού ηγέτη, με κανένα τρόπο δεν είναι προσωπική του υπόθεση και ασφαλώς είναι φυσιολογικό να του ζητείται να εκθέσει τις προσωπικές παραδοχές του στους ψηφοφόρους. Προσθέτω ότι οι θρησκευτικοί ηγέτες όλων των θρησκευτικών παραδοχών της Ελλάδας –τόσο της ορθόδοξης πλειονότητας όσο και των θρησκειών με μικρότερο ποίμνιο– όχι μόνο έχουν δικαίωμα αλλά επιπλέον έχουν υποχρέωση να ζητήσουν από τους επίδοξους ηγέτες να δώσουν εξηγήσεις για το πώς οι προσωπικές τους φιλοσοφικές παραδοχές σχετίζονται με συγκεκριμένα ζητήματα της διακυβέρνησης της χώρας. Αν μη τι άλλο, δεν έχουμε ανάγκη διαμάχης για «φουστανέλες» και «μαντίλες» που θα επαναλάβουν την πολιτική τραγωδία της αντιδημοκρατικής απαγόρευσης αναγραφής της θρησκευτικής πίστης στις ταυτότητες των πολιτών. Για όλους τους πιο πάνω και πολλούς άλλους λόγους οι επίδοξοι ηγέτες πρέπει να είναι «ανοικτό φιλοσοφικό τετράδιο», να ομολογούν αν είναι άθεοι, θρήσκοι ή ουδέτεροι και να εξηγούν τον τρόπο που οι προσωπικές μεταφυσικές πεποιθήσεις τους και οι προσωπικές κοσμοθεωρίες τους θα επηρεάσουν την διακυβέρνηση της χώρας. Αυτό ισχύει όλως ιδιαιτέρως αν η επικοινωνιακή δύναμη κάποιων υποψηφίων για τα ανώτατα αξιώματα επισκιάζει το πραγματικό ηθικοφιλοσοφικό τους περιεχόμενο και την πιθανή κρυφή ατζέντα αυτών και του περίγυρού τους που μελλοντικά θα μπορούσε να ματώσει την ελληνική κοινωνία.  

4. Το σχέδιο Αναν και τα αυτογκόλ (Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 15.2.2004)

Παναγιώτης Ήφαιστος

Κατανόηση της παρούσης συγκυρίας προϋποθέτει κατανόηση της αφετηρίας, της πορείας και των αποτελεσμάτων της διακομματικής στρατηγικής επίτευξης «ευρωπαϊκής λύσης» του κυπριακού προβλήματος. Σε γενικές γραμμές, μετά το 1992 η στρατηγική αυτή ξετυλίχθηκε ως εξής: 1ον) Αγώνας υποβολής αίτησης ένταξης της Κύπρου στην ΕΕ ενάντια στις εγχώριες αντιρρήσεις. 2ον) Αγώνας στο διπλωματικό στίβο της Ευρώπης για την καλλιέργεια της θέσης ότι «η ένταξη ανεξαρτήτως λύσης» θα οδηγούσε στην επίλυση του πολιτικού προβλήματος με το να επεκτείνει στο νησί το κοινοτικό νομικό κεκτημένο και τον κοινοτικό πολιτικό πολιτισμό. 3ον) Ενίσχυση της άμυνας για να επιτύχουμε ισορροπία δυνάμεων ούτως ώστε οι διαπραγματεύσεις να διεξάγονται χωρίς τον φόβο διπλωματικών-στρατιωτικών εκβιασμών. 4ον) Προσέγγιση των τουρκοκυπρίων για να πειστούν ότι τους συμφέρει μια ενωμένη Κύπρος ενταγμένη στην ΕΕ. 5ον) Καλλιέργεια στην Άγκυρα της πολιτικά ορθολογιστικής άποψης ότι η ένταξη-λύση του κυπριακού προσφέρει στην Τουρκία την δυνατότητα μιας έντιμης απαγκίστρωσης από την κυπριακή περιπέτειά της. 6ον) Διεξαγωγή παράλληλων «στρατηγικών διαπραγματεύσεων» στο επίπεδο Ελλάδας-Τουρκίας-ΗΠΑ-ΕΕ για επίτευξη συμφωνίας επί των διεθνοπολιτικών πτυχών του κυπριακού.          

            Τον φθινόπωρο του 2002 φθάσαμε στην βρύση αλλά λόγω ολέθριων λαθών της ελληνικής διπλωματίας δεν ήπιαμε νερό: 1ον) Αν και Κοινότητα υιοθέτησε την θέση «ένταξη ανεξαρτήτως λύσης» περιέργως δεν εκμεταλλευτήκαμε αυτή την δέσμευση. 2ον) Δεν δράσαμε έγκαιρα για να πειστεί ο ΟΗΕ και τα μέλη το Συμβουλίου Ασφαλείας ότι οι προτάσεις λύσης του κυπριακού θα έπρεπε να βρίσκονται σε συμβατότητα με την ιδιότητα της Κύπρου ως πλήρους μέλους της ΕΕ και παραλείψαμε να ζητήσουμε –όπως είχαμε κάθε δικαίωμα– να μην υποβληθεί σχέδιο που δεν θα πληροί αυτές τις προϋποθέσεις. 3ον) Γι’ αυτό, δεν είναι τυχαίο ότι το σχέδιο Αναν: α) Αναιρεί εκ προοιμίου την ένταξη επειδή προτείνει ένα πολιτειακό τερατούργημα που δεν είναι συμβατό με την κοινοτική έννομη τάξη. β) Διχοτομεί το νησί και καταργεί την λαϊκή κυριαρχία με το να την παγιδεύει σε δαιδαλώδεις διαδικασίες και με το να την θέτει υπό την αίρεση της πολιτικής βούλησης τριών κρατών. γ) Προβλέπει αποικιακού χαρακτήρα «εγγυήσεις» που καταργούν την εξωτερική και εσωτερική κυριαρχία του κυπριακού κράτους και που καθιστούν την Τουρκία και την Βρετανία παντοτινούς στρατηγικούς πάτρωνες. δ) Θέτει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις σε τροχιά τριβών και συγκρούσεων που θα μπορούσαν να οφείλονται είτε σε αντικειμενικούς λόγους επειδή οι κυπριακές κρατικές δομές θα είναι δαιδαλώδεις και μη λειτουργικές είτε σε σκόπιμες ενέργειες που θα εξυπηρετούν στρατηγικούς σκοπούς της Άγκυρας.

            Χαρακτηριστικό των ολέθριων λαθών του πρόσφατου παρελθόντος είναι το γεγονός ότι όταν αυτό το σχέδιο-τερατούργημα υποβλήθηκε τα αυτογκόλ συνεχίστηκαν. Πιο συγκεκριμένα, γίναμε όλοι μάρτυρες της «επικοινωνιακής καταιγίδας» υπέρ της «ιστορικής ευκαιρίας» που δήθεν διανοιγόταν, ανεκδοτολογικές εξιστορήσεις αντέστρεψαν τους ρόλους θύτης-θύμα της κυπριακής ιστορίας και αιθεροβάμονες φιλόσοφοι επιστρατεύθηκαν για να αιτιολογήσουν την κατάργηση της κυπριακής λαϊκής κυριαρχίας ως δήθεν πρωτοποριακό πείραμα της… «μεταεθνικής εποχής». Ακόμη, γνωστοί καθηγητές-γραφειοκράτες εγγύτατα της ελληνικής διπλωματίας επιστρατεύτηκαν για να γράψουν ότι η μη εφαρμογή της κοινοτικής έννομης τάξης στην Κύπρο θα μπορούσε να θεσπιστεί προενταξιακά ως … εξαίρεση. Γι’ αυτούς και πολλούς άλλους λόγους προκαλεί τουλάχιστον απορία η αργοπορημένη δήλωση (6.2.2004) του υπουργού εξωτερικών ότι στις επικείμενες διαπραγματεύσεις η Ελλάδα θα επιμείνει σε «λύση που θα είναι συμβατή με τις ευρωπαϊκές αρχές και το κοινοτικό κεκτημένο». Τώρα θυμηθήκαμε αυτή την βασική αρχή;

            Έστω και αργοπορημένα, απαιτείται υιοθέτηση ανυποχώρητη θέσης ότι η λύση α) θα εφαρμόζει την κοινοτική έννομη τάξη σε ολόκληρο το νησί, β) θα επανενώνει το νησί υπό συνθήκες δημοκρατίας και σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και γ) θα αποκλείει αποικιακού χαρακτήρα «εγγυήσεις». Σ’ αντίθετη περίπτωση αντί λύσης θα έχουμε διχοτόμηση και η Κύπρος θα μετατραπεί σε μόνιμη εστία ελληνοτουρκικών τριβών και συγκρούσεων. Μια τέτοια στάση είναι αναγκαία και για ένα ακόμη σημαντικό λόγο: Ενδεχομένως διακυβεύεται το μέλλον της Ευρώπης. Πιο συγκεκριμένα, η Τουρκία απέρριψε το σχέδιο Αναν όχι επειδή δεν την συμφέρει ως πολιτειακή και διεθνοπολιτική ρύθμιση αλλά επειδή δεν συνέδεε όπως αυτή θα το ήθελε την «λύση» του κυπριακού με την τουρκική ένταξη στην ΕΕ. Πριν την ένταξη της Κύπρου την 1η Μαίου και με την υποστήριξη του Λονδίνου και της Ουάσινγκτον, η Άγκυρα επιδιώκει να αντιστρέψει τους όρους του παιχνιδιού είτε με το να μεταθέσει την ένταξη μέχρι την δική της ένταξη είτε με το να την θέση υπό την αίρεση αποδοχής μελλοντικής τελικής λύσης στη βάση του σχεδίου Αναν. Έτσι, η διαδικασία ένταξης της Τουρκίας στην Ευρώπη χωρίς όρους και προϋποθέσεις θα εγκλωβίσει όχι μόνο την Ελλάδα και την Κύπρο αλλά και την ΕΕ σε αδιέξοδα μακρόχρονα ανατολίτικα παζάρια στο πλαίσιο των οποίων Λονδίνο και Ουάσινγκτον σε συμμαχία με την Άγκυρα θα προσαρμόζουν την διαδικασία ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης στα πάγια ευρωατλαντικά πρότυπα και θα αποδυναμώνουν διαρκώς τον πολιτικό χαρακτήρα της ΕΕ. Η Ελλάδα θα καταντήσει έτσι χειροκροτητής όχι μόνο της ματαίωσης των στόχων επίλυσης του κυπριακού αλλά και αμέτοχος παρατηρητής της βρετανικής στρατηγικής που σκοπό έχει να αλλάξει τον μεταπολεμικό πολιτικό χάρτη της Ευρώπης.

ΣΤΗΝ ΚΟΨΗ ΤΟΥ ΞΥΡΑΦΙΟΥ η επίλυση του Κυπριακού

"Τύπος της Κυριακής", 15.2.2004)

 Παναγιώτης Ήφαιστος

Ολέθρια λάθη της ελληνικής διπλωματίας των δύο τελευταίων ετών ξαναφέρνουν την Κύπρο στην προκρούστεια κλίνη πρωτόγνωρων πολιτικών πειραματισμών η εφαρμογή των οποίων καταργεί την λαϊκή κυριαρχία του κυπριακού λαού, υποτάσσει την εξωτερική-εσωτερική κυριαρχία της Κύπρου στα βρετανικά και τουρκικά στρατηγικά σχέδια και αναπόδραστα θέτει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις στην τροχιά μόνιμων τριβών και συγκρούσεων. Μια τέτοια πορεία, επιπλέον, ενδεχομένως θα αποβεί, όπως θα υποστηριχθεί πιο κάτω, μοιραία και για το μέλλον της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συντομογραφικά, θα αναφερθούμε στον σκοπό, στην πορεία, στα λάθη και στους κινδύνους της σημερινής συγκυρίας.

            Ο αφετηριακός διακομματικά συμφωνημένος σκοπός της ελληνικής πλευράς όταν υποβλήθηκε η αίτηση ένταξης της Κύπρου στην ΕΕ το 1992 ήταν η διεθνοποίηση-«ευρωποίηση» του κυπριακού προβλήματος, η προσέλκυση των τουρκοκυπρίων στην ιδέα μιας πολιτειακά ενιαίας Κύπρου ενσωματωμένης στην διαδικασία ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και η δρομολόγηση έτσι διαδικασιών επίλυσης της ελληνοτουρκικής διένεξης σε μακρόχρονη βάση. Για να επιτευχθούν αυτοί οι σκοποί απαιτείτο ενίσχυση της διαπραγματευτικής μας θέση με την αμυντική ενίσχυση της Κύπρου και αποτροπή των αναμενόμενων διπλωματικών και στρατιωτικών εκβιασμών της Άγκυρας. Κεντρική ιδέα ήταν ότι η εφαρμογή της κοινοτικής έννομης τάξης στην Κύπρο επιλύει αυτόματα το κυπριακό πρόβλημα και ότι θα πείθαμε ή θα αναγκάζαμε διπλωματικά την Άγκυρα να δεχθεί ότι η βιώσιμη λύση του κυπριακού είναι προς όφελος της Τουρκίας επειδή της προσφέρει την δυνατότητα έντιμης απαγκίστρωσης από την μακρόχρονη κυπριακή περιπέτειά της. 

Μετά από μια μακρόχρονη πορεία στην οποία συμμετείχαν όλες οι πολιτικές δυνάμεις της Κύπρου και της Ελλάδας το Φθινόπωρο του 2002 φθάσαμε στην βρύση αλλά δεν ήπιαμε νερό: α) Ολοκληρώθηκαν με επιτυχία οι διαπραγματεύσεις ένταξης, β) έγινε αποδεκτό επισήμως στην Ευρώπη ότι η ένταξη της Κύπρου θα γίνει «ανεξαρτήτως λύσεως», γ) έγινε αποδεκτό ότι η πορεία των σχέσεων Τουρκίας-ΕΕ περνάει μέσα από την επίδειξη διαλλακτικότητας και δ) οι περισσότεροι ευρωπαίοι ηγέτες φοβούμενοι την δημιουργία ενός προβληματικού κράτους-μέλους ευνοούσαν μια βιώσιμη λύση συμβατή με την κοινοτική έννομη τάξη. Αυτά τα φοβερά διπλωματικά πλεονεκτήματα τα κατεδάφισαν σε μερικές μέρες μια σειρά ολέθριων λαθών της ελληνικής διπλωματίας: Πρώτο, η ελληνική διπλωματία παρέλειψε να επηρεάσει τον ΓΓ του ΟΗΕ προς την κατεύθυνση υποβολής ενός σχεδίου λύσης που θα ήταν συμβατό με την κοινοτική έννομη τάξη. Δεύτερο, όταν βρετανοί και αμερικανοί παρασκηνιακά επεξεργάστηκαν ένα διχοτομικό σχέδιο παρέλειψε να εμποδίσει τον ΓΓ –όπως είχε κάθε δικαίωμα, επειδή κατά πάγια πρακτική ο ΓΓ είναι εντολοδόχος και όχι εντολέας των εμπλεκομένων μελών μιας διένεξης– από το να υποβάλει προτάσεις που κατ’ ουσίαν ακύρωναν την ένταξη και διχοτομούσαν το νησί. Τρίτο, παρέλειψε να προσπαθήσει να επηρεάσει τους βρετανούς και τους αμερικανούς στην φάση συγγραφής των προτάσεων που τελικά ο κ Αναν υπέβαλε ως προτάσεις του ΟΗΕ. Τέταρτο, παρέλειψε να διαπραγματευτεί με την ίδια την Άγκυρα για να επιχειρήσει να την πείσει ότι συμφέρει όλους να απαγκιστρωθεί η Τουρκία από την κυπριακή περιπέτειά της. Πέμπτο, παρέλειψε να καλλιεργήσει τους φίλια προσκείμενους διπλωματικούς συντελεστές της Ευρώπης και ιδιαίτερα τους θεσμούς αλλά και τους ηγέτες που δεδηλωμένα ευνοούσαν μια βιώσιμη λύση. Τέλος, όταν ο κ Αναν ερήμην μας και αναιρώντας την στρατηγική μας υπέβαλε τις διχοτομικές του προτάσεις οι κρατούντες στην Αθήνα με την βοήθεια του κοσμοπολίτικου ιδεολογικού συνονθυλεύματος διανοουμένων που τους στηρίζουν επιδόθηκαν σε μια πρωτοφανή προσπάθεια να εμφανιστούν οι προτάσεις ως «ιστορική ευκαιρία». Έτσι, συχνά η κυπριακή ιστορία διαστρεβλώθηκε βάναυσα για να εμφανιστούν οι θύτες ως θύματα και εμείς υποχρεωμένοι, δήθεν, να αποδεχτούμε την ιστορική μας μοίρα. Ασκήθηκαν επίσης αφόρητες πιέσεις στην Λευκωσία για να δεχθεί ένα σχέδιο το οποίο θα εγκαθίδρυε πρωτόγνωρες τερατώδεις πολιτειακές δομές, θα κατάστελλε παντοτινά την κυπριακή λαϊκή κυριαρχία, θα καταργούσε παντοτινά την εξωτερική-εσωτερική κυριαρχία και θα έθετε το νησί υπό τον παντοτινό έλεγχο της βρετανικής και τουρκικής στρατηγικής. Είναι ευνόητο, ότι μια τέτοια «διευθέτηση» του κυπριακού δημιουργεί εστία μελλοντικών τριβών και συγκρούσεων που ματαιώνουν κάθε δυνατότητα μακρόχρονης ομαλοποίησης των σχέσεων Ελλάδας-Τουρκίας. Τα αίτια αυτών των ολέθριων διπλωματικών λαθών είναι πολλά. Κυρίως όμως οφείλονται στην αφελή πεποίθηση της πολιτικής ηγεσίας της ελλαδικής διπλωματίας των τελευταίων ετών ότι οι αισθητικές σχέσεις υπερτερούν σε σημασία των ουσιαστικών διακρατικών διαπραγματεύσεων. Έτσι, ενώ η Άγκυρα με μεθοδικότητα και αποτελεσματικότητα διαπραγματεύεται στην βάση των συμφερόντων των ενδιαφερομένων κρατών η ελλαδική διπλωματία εγκλωβίστηκε σε αφελείς «φιλίες», γραφικές εκδηλώσεις και άγονες μυστικές συνεννοήσεις που ευνόησαν την στρατηγική της Άγκυρας.

            Έτσι, τον Φεβρουάριο του 2004 εν μέσω προεκλογικού πυρετού και σπασμωδικών κινήσεων και αντιφατικών δηλώσεων των ηγετών της ελλαδικής διπλωματίας –πχ η αργοπορημένη δήλωση του ελλαδίτη Υπουργού εξωτερικών στις 6.2.2004 ότι «επιδιώκει την εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου στην λύση» –, Κύπρος και Ελλάδα σύρονται σε διαπραγματεύσεις που κρίνουν όχι μόνο την μοίρα της Κύπρου και των ελληνοτουρκικών σχέσεων αλλά επιπλέον το μέλλον της Ευρώπης. Πιο συγκεκριμένα, είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι η Άγκυρα στο παρελθόν απέρριψε το σχέδιο Αναν όχι επειδή δεν την συμφέρει διεθνοπολιτικά και πολιτειακά αλλά επειδή δεν συνέδεε την λύση του κυπριακού με την τουρκική ένταξη. Αυτό επιχειρείται αυτή στιγμή όταν παρουσιάζεται διαλλακτική: Αντιστρέφοντας τις δικές μας διασυνδέσεις, με συμμάχους το Λονδίνο και την Ουάσινγκτον και με την Αθήνα να πιστεύει αφελώς σε καλόπιστες «διεθνείς συμμετοχικές λύσεις», επιχειρείται να χρησιμοποιηθεί η κυπριακή ένταξη ως μέσο εμπλοκής της αδύναμης και εξαρτημένης από τις ΗΠΑ ευρωπαϊκής διπλωματίας σε ανατολίτικα παζάρια ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ. Μια τέτοια πορεία θα είναι μοιραία για την Ευρώπη επειδή θα προσφέρει φοβερά όπλα στους αγγλοαμερικανούς να αποδυναμώσουν τον πολιτικό χαρακτήρα της ΕΕ, να υποτάξουν την διαδικασία ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ακόμη περισσότερο στην ατλαντική λογική και να την κατακερματίσουν σε ποικίλες ταχύτητες συμμετοχής προσαρμοσμένες στα πρότυπα των αγγλικών θέσεων για τις ευρωατλαντικές σχέσεις. Στο πλαίσιο μιας τέτοιας πορείας, αντί λύσης του κυπριακού και μακρόχρονης σύνδεσης της συμπεριφοράς της Άγκυρας με τις σχέσεις της Τουρκίας με την ΕΕ, και αντί ομαλοποίησης των ελληνοτουρκικών σχέσεων, οι έλληνες μετατρέπονται σε μοιραίους χειροκροτητές της διαδικασίας αποδυνάμωσης του πολιτικού χαρακτήρα της διαδικασίας ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης στην οποία τόσα πολλά έχουν επενδύσει η Ελλάδα και πολλά άλλα ευρωπαϊκά κράτη. Στο ίδιο πλαίσιο, οι ευγενείς σκοποί «ευρωπαϊκής επίλυσης του κυπριακού προβλήματος» ματαιώνονται τελεσιδίκως.

            Αν θέλουμε τις μέρες και εβδομάδες που έρχονται η ελληνική διπλωματία να κινηθεί σε ορθολογικούς προσανατολισμούς, απαιτείται έστω και αργοπορημένα να υιοθετηθεί επισήμως η θέση ότι καμιά λύση δεν είναι αποδεκτή αν δεν εφαρμόζει στην Κύπρο την κοινοτική έννομη τάξη. Αν δεν το δεχθούν αυτό οι Τούρκοι τότε μετά την ένταξη έχουμε καιρό να συνεχίσουμε τις διαπραγματεύσεις, πάντοτε όμως στην ίδια ορθολογιστική βάση.

            Καμία εφήμερη πολιτική σκοπιμότητα δεν είναι υπέρτερη του δικαιώματος για κυρίαρχη-ελεύθερη ύπαρξη εκατοντάδων χιλιάδων κυπρίων. Η ελευθερία εκατοντάδων χιλιάδων κυπρίων και το μέλλον της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής δεν πρέπει να υποταχθεί στις συγκριτικά ασήμαντες πολιτικές σκοπιμότητες του εφήμερου πολιτικού αγώνα για θέσεις και αξιώματα στην Ελλάδα. Επειδή όμως οι κρατούντες είναι βυθισμένοι στα λάθη τους το βάρος της ευθύνης πέφτει στα κόμματα της αντιπολίτευσης που θα πρέπει να ενεργήσουν έγκαιρα ούτως ώστε να αποφευχθεί εν μέσω της δίνης των προεκλογικών συγκρούσεων να παγιδευτούν μακρόχρονα η Κύπρος, η Ελλάδα και η ίδια η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.

 

Νεοφιλελεύθεροι κατά Φιλελευθέρων

Η Ελλάδα στο στόχαστρο των αιθεροβαμόνων της «νέας μεταεθνικής εποχής»

"Τύπος της Κυριακής" 22.2.2004

 Παναγιώτης Ήφαιστος

Καθηγητής διεθνών σχέσεων-στρατηγικών σπουδών, Πάντειον Πανεπιστήμιο, www.ifestos.edu.gr

 

Η άλωση μιας ολόκληρης παράταξης.

Ανοίγματα ενός σοσιαλιστικού κόμματος προς τον φιλελευθερισμό είναι ένα πράγμα και άλλο η πρόχειρη κατάποση των υποπροϊόντων μιας μεταπρατικής ελληνικής εκδοχής ακραίων νεοφιλελεύθερων θεωρημάτων και συγκεχυμένων κοσμοπολίτικων ιδεολογημάτων. Είναι κατά το πλείστον οι φορείς ενός μέχρι πρόσφατα διάσπαρτου «συνονθυλεύματος κοσμοπολιτών» που κατάφερε σε μερικές μόνο μέρες να αιφνιδιάσει και να αλώσει τους κομματικούς μηχανισμούς ενός μεγάλου κομματικού σχηματισμού, να συσκοτίσει το πολιτικό τοπίο με την γνωστή «επικοινωνιακή καταιγίδα», να παραμυθιάσει εκατοντάδες χιλιάδες ψηφοφόρους και να εξοντώσει πολιτικά μια ολόκληρη στρατιά παραδοσιακών ηγετικών στελεχών. Οι επιλογές τους στην οικονομική πολιτική είναι λίγο-πολύ γνωστές και στα εξωτερικά ζητήματα περιγράφονται από θέσεις και απόψεις που ακούστηκαν τα τελευταία χρόνια υπέρ των επεμβάσεων στην Σερβία, στο Αφγανιστάν, στο Ιράκ και υπέρ της καταστολής της συλλογικής ελευθερίας των κυπρίων. Βασικά, οι θέσεις αυτές ενσαρκώνουν το πιο εξτρεμιστικό και αντιδραστικό ιδεολόγημα εξωτερικής πολιτικής των νεότερων χρόνων, τον νεοφιλελευθερισμό. Πρέπει εν τούτοις να τονιστεί ότι είναι ένα πράγμα ο νεοφιλελευθερισμός ως ηγεμονική στρατηγική των Ηνωμένων Πολιτειών και άλλο ο κοσμοπολίτικος νεοφιλελευθερισμός πολιτικών μεταπρατών που οδηγεί στην αποδυνάμωση των λιγότερο ισχυρών κρατών με αποτέλεσμα να καθίστανται εύκολη λεία ηγεμονικών αξιώσεων ισχύος.

            Κατάληψη της εξουσίας από φορείς τέτοιων πολιτικών θέσεων δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους για την ασφάλεια και τα ζωτικά συμφέροντα μιας χώρας. Υπό αυτό το πρίσμα ούτε αθώες ούτε χωρίς συνέπειες είναι οι πολιτικές ανακατατάξεις των τελευταίων εβδομάδων. Η ολιγωρία των παραδοσιακών στελεχών του ΠΑΣΟΚ και η σύγχυση των ημερών προσφέρει την δυνατότητα να συσπειρωθούν και να οργανωθούν το σύνολο των αριστεροδεξιών φορέων νεοφιλελεύθερων και κοσμοπολίτικων παραδοχών. Έτσι, χωρίς έλεγχους και εξισορροπήσεις στήνεται κυριολεκτικά στο πόδι μια επίδοξη εξουσία χωρίς βάσιμες πολιτικές ιδέες, χωρίς πρόγραμμα εξωτερικής πολιτικής και κυρίως χωρίς κάποια επαληθεύσιμη ιδέα ή όραμα για την θέση και τον ρόλο της χώρας στις διεθνείς σχέσεις (παρά μόνο γενικόλογες συνταγές, τις ίδιες στην βάση των οποίων αυτή τη στιγμή διχοτομείται Κύπρος). Οι πλέον αξιοθρήνητοι συνοδοιπόροι αυτού του θεάτρου του παραλόγου, πάντως, είναι τα ιστορικά κομματικά στελέχη που γνωρίζουν πολύ καλά τι σημαίνουν όλα αυτά αλλά για ανερμήνευτους μέχρι στιγμής λόγους χειροκροτούν αμήχανα, εκλογικεύουν ασύστολα γελοιοποιώντας τους εαυτούς τους, χαζοχαρούμενα διανοίγουν τον δρόμο στον δικό τους προαναγγελθέντα πολιτικό αποκεφαλισμό και διευκολύνουν έτσι την ολοκληρωτική άλωση μιας μεγάλης ιστορικής παράταξης.  

Σκιαγράφηση της φιλελεύθερης παράδοσης και σύγκριση με τον νεοφιλελευθερισμό

Ποιες είναι όμως οι διαφορές μεταξύ φιλελευθέρων και νεοφιλελεύθερων; Συντομογραφικά, μεταξύ άλλων, κλασικές αρχές του φιλελευθερισμού είναι, α) οι κοινωνικοπολιτικοί έλεγχοι και εξισορροπήσεις ως προϋπόθεση συλλογικού ορθολογισμού, κοινωνικής ισορροπίας και κοινωνικής σταθερότητας, β) η ανεκτικότητα, ο πλουραλισμός και τα ανθρώπινα δικαιώματα ως προϋποθέσεις πολιτισμένων ενδοκρατικών σχέσεων, γ) ο ανταγωνισμός ως προϋπόθεση οικονομικού ορθολογισμού, οικονομικής αποτελεσματικότητας και ίσων ευκαιριών, δ) η αρχή της πλειοψηφίας ως προϋπόθεση δημοκρατίας, ε) η κοινωνική αλληλεγγύη ως προϋπόθεση συλλογικής πολιτικής συνύπαρξης και στ) η διασφάλιση της ιδιοκτησίας ως θεμέλιο της ελεύθερης αγοράς. Επιπλέον, σ’ όλες τις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες θεωρείται ότι το κοινωνικοπολιτικό οικοδόμημα στέκεται σε στέρεα-υγιή θεμέλια όταν οικοδομούνται διαρκώς η φιλοπατρία και το εθνικό αίσθημα. Το ισχυρό έθνος-κράτος, εξάλλου, θεωρείται θεσμός ελευθερίας και η κρατική κυριαρχία το καθεστώς διεθνούς δικαίου και η προϋπόθεση ειρηνικών και ισόρροπων συναλλαγών μεταξύ των κρατών. Στην πράξη, όμως, υπάρχουν πολλά προβλήματα. Πιο συγκεκριμένα, σε μερικές ισχυρές δυνάμεις με προεξάρχων σήμερα παράδειγμα τις ΗΠΑ –εθνικές αξίες, για παράδειγμα τα ανθρώπινα δικαιώματα και η δημοκρατία, όπως αυτά είναι αντιληπτά στην Αμερική–, εκλογικεύονται ως οικουμενικές δήθεν και κοσμοπολίτικες αξίες με αποτέλεσμα να μετατρέπονται σε ηγεμονικές αξιώσεις ισχύος κύριοι εκπρόσωποι των οποίων είναι όσοι ασπάζονται τις νεοφιλελεύθερες ιδέες εξωτερικής πολιτικής. Πρόκειται για αυτό που οι «πολιτικοί ρεαλιστές» (οι προοδευτικοί δηλαδή διεθνολόγοι) ονομάζουν διεθνοφασισμό και διεθνοσοβινισμό στις διεθνείς σχέσεις. Αντίστροφα, στα αδύναμα και ιδεολογικά ασθενή κράτη αριστερά και δεξιά κοσμοπολίτικα ιδεολογήματα –βασικά λειτουργώντας μεταπρατικά ως ιδεολογικά υποπροϊόντα του νεοφιλελευθερισμού–, συνειδητά ή ασυνείδητα μερικοί υιοθετούν στάσεις και συμπεριφορές που εξυπηρετούν τις πιο πάνω αξιώσεις ηγεμονικής ισχύος.